ΤΑΞΙΔΙΑ

Μπανάνες και Alfa Romeo

mourgos

Πολλά μπορούμε να προσάψουμε στο αυτοκίνητο, αλλά παραμένει το ιδανικό όχημα τόσο για το ταξίδι όσο και για την αφήγηση.

Δεν είμαι φανατικός της αυτοκίνησης. Οι διαδρομές σε πόλεις που στενάζουν από την κυκλοφορία και οι ατελείωτες αναμονές σε φανάρια απαιτούν ένα είδος υπερβατικότητας που δεν διαθέτω. Επιπλέον, από μικρός ζαλιζόμουν ως συνεπιβάτης. Οι καλοκαιρινές ειδυλλιακές διαδρομές ανά την Ελλάδα ήταν μαρτυρικές. Καθόλου δεν με ενδιέφερε το «ωραίο ταξίδι». Τον προορισμό περίμενα πάντα, με την ψυχή –και το στομάχι– στο στόμα.

Τον τελικό προορισμό είχα στον νου μου και στο πρώτο οικογενειακό ταξίδι στο εξωτερικό. Δεν είμαι σίγουρος γιατί οι γονείς μου αποφάσισαν να πάμε οδικώς στο Παρίσι, στα μέσα του ’70. Έχω την εντύπωση πως η πτώση της χούντας τούς δημιούργησε αυτή την υπερβολική αίσθηση αισιοδοξίας που οδηγεί στην αποκοτιά.

Από το ταξίδι προς τη Γαλλία παραδόξως δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα. Θέλω να πιστεύω πως το πέρασα κοιμισμένος, βλέποντας στον ύπνο μου τον Πύργο του Άιφελ. Η επιστροφή πάντως θα μου μείνει αξέχαστη. Είχε κάτι από ταινίες του Τατί και κάτι από Σακελλάριο. Πέντε άνθρωποι στριμωγμένοι στο Ρενό 4L, μαζί με βαλίτσες, πανέρια, δώρα και 25 κιλά μπανάνες. Τότε οι μπανάνες ήταν δυσεύρετες και πανάκριβες στην πατρίδα και θεωρήσαμε καλή ιδέα να στοκάρουμε το εξωτικό είδος για το αθηναϊκό φθινόπωρο. Οι ίδιες οι μπανάνες όμως, ανίδεες για τα σχέδιά μας, ωρίμαζαν στην αυγουστιάτικη ζέστη ταχύτατα, οπότε για τις υπόλοιπες μέρες του ταξιδιού το μενού αποτελούνταν βασικά από αυτές. Έκανα καμιά εικοσαριά χρόνια να βάλω στο στόμα μου μπανάνα.

Το αυτοκίνητο πάντως πλεονεκτεί και ως αφηγηματικό όχημα. Η πλοκή κυλάει πιο σταθερά σε τέσσερις ρόδες, έχει προορισμό, το σκηνικό εναλλάσσεται, εκπλήξεις παρουσιάζονται σε κάθε στροφή. Η αμερικανική λογοτεχνία, για ευνόητους λόγους, έχει προνομιακή σχέση με τους μεγάλους δρόμους. Από το «Καθώς ψυχορραγώ» του Φόκνερ μέχρι το «Στον Δρόμο» του Κέρουακ και το «Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας» του Χάντερ Τόμσον, οι Αμερικανοί συγγραφείς βρίσκονται πολύ συχνά πίσω από το τιμόνι. Κάνεις όμως δεν μίλησε για τα ταξίδια με αυτοκίνητο με την αδυσώπητη τρυφερότητα του Τζέιμς Σόλτερ. Στο «Θέλω μόνο να σου ανήκω» ο ήρωάς του οργώνει τη γαλλική επαρχία, την «αληθινή Γαλλία» στο τιμόνι μιας κουπέ Delage του ’52, με συνεπιβάτιδα την απρόβλεπτη Αν Μαρί.  Η θυελλώδης ερωτική τους ιστορία, τρυφερή, βίαιη και ειλικρινής, μιλάει με νεωτερικό τρόπο για τη σεξουαλικότητα και τα όρια της αγάπης. Οι περιγραφές του αυτοκινήτου δεν διαφέρουν απ ό τις περιγραφές των σωμάτων των δύο εραστών.  «Το αμάξι πανέμορφο, παλιό, χωρίς ίχνος παραχώρησης στο κοινό γούστο.

Το ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή, μου λέει. (…) Τα καθίσματα είναι κρύα και μυρίζουν δέρμα. Οι πόρτες κλείνουν με βαρύ και χαρακτηριστικό κρότο. Τοποθετεί το κλειδί και βάζει μπρος τη μηχανή. Στο καντράν όλοι οι δείκτες αναπηδούν. Είναι όνειρο να το οδηγείς. Τρέχει σαν τον άνεμο».

Στον ελλαδικό χώρο οι συγγραφείς δεν συμμερίζονται την αμερικανική λατρεία της αυτοκίνησης, ίσως γιατί, όπως αναφέρει ο Νίκος Δήμου, το 90% των Ελλήνων συγγραφέων και ποιητών δεν οδηγούν. Ο ίδιος το εξηγεί ως μια δυσανεξία προς την τεχνολογία, αλλά ίσως απλώς οι συγγραφείς να προτιμούν την απερίσπαστη θέα από τη θέση του συνοδηγού.

Υπάρχουν φυσικά εξαιρέσεις και η Σώτη Τριανταφύλλου είναι μία από αυτές. «Έζησα μαζί με τα αυτοκίνητα στους δαιδάλους της Γης. Διένυσα δρόμους με ποιητικά ονόματα, διέσχισα δάση, ανέβηκα σε καθεδρικά βουνά, πέρασα μέσα από ζωντανές ερήμους, γέφυρες κρεμαστές, αρθρωτές (…) Οδηγώντας, σκέφτομαι: γεννήθηκα και μεγάλωσα ανάμεσα στα αυτοκίνητα», διηγείται στο «Ο χρόνος πάλι», ένα μυθιστόρημα-παιχνίδι αυτοβιογραφίας.

Αλλά υπάρχει και μια εξαίρεση, λιγότερο αναμενόμενη.

Θαύμασα τον Παρθενώνα
και στην κάθε του κολόνα
βρήκα τον χρυσό κανόνα

Όμως σήμερα το λέω
βρίσκω το καλό κι ωραίο
σε μια σπορ Alfa Romeo

Καλοκαίρια και χειμώνες
να ’ναι γύρω μου ελαιώνες
πίσω μου όλ’ οι αιώνες

Κι όπου μπρος μου ο δρόμος βγάζει
και σε πειρασμό με βάζει
δώσ’ του να πατάω το γκάζι

Με τη δύναμη του λιόντα
και με του πουλιού τα φόντα
πιάνω τα εκατόν ογδόντα

Γεια σας, θάλασσες και όρη
γεια σας κι έχω βάλει πλώρη
για της Αστραπής την Κόρη

(Oδυσσέας Ελύτης, από τη συλλογή «Τα ρω του έρωτα»)