ΤΑΞΙΔΙΑ

Κτίζοντας παραδείσους

arxeio-olivia-stewart

Τι τα θέλετε, τα σπίτια έχουν χαρές, έχουν και βάσανα. Αλλά η σημαντικότερη λειτουργία τους είναι να στεγάζουν τις ανθρώπινες σχέσεις.

Μεγάλωσα χωρίς εξοχικό. Θυμάμαι ατελείωτες οικογενειακές συζητήσεις για κάποιες «ευκαιρίες»: καταπληκτικά παρθένα μέρη που τα δίνανε για ένα «κομμάτι ψωμί», κοπιώδεις αναζητήσεις της ιδανικής τοποθεσίας, επισκέψεις σε κάτι απίθανα χωριά για να δούμε κάτι ρημαγμένα υποστατικά. Κάθε χρονιά καταλήγαμε σε φιλόξενα εξοχικά φίλων ανά την επικράτεια. Τότε ζήλευα τους ιδιοκτήτες, αισθανόμουν μειονεκτικά χωρίς εξοχική ιδιοκτησία. Πολύ αργότερα, όταν έζησα –από σπόντα– τη συνθήκη του οικογενειακού εξοχικού, η ζήλια αντικαταστάθηκε από ανησυχία. Καλά, η φροντίδα, η εργασία, οι συνεχείς αγγαρείες που απαιτεί ένα σπίτι κλειστό το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου είναι αυτονόητες. Τις περίπλοκες διευθετήσεις, όμως, όπως την ενδελεχή οργάνωση που απαιτεί ένα εξοχικό μόλις τα παιδιά μεγαλώσουν κάπως (ποιος θα καλέσει, πόσους φίλους, πότε;), ή ακόμα χειρότερα μόλις αποκτήσουν δική τους οικογένεια, δεν τις φανταζόμουνα. Ακόμα θυμάμαι τα μισάωρα που πέρναγα με τον πεθερό μου κάθε Αύγουστο στην πιλοτή του εξοχικού συγκροτήματος όπου έμεναν. Να βγάλει το δικό του αμάξι από τη θέση 6, ώστε να παρκάρω εγώ, και να ζητήσει από τους Βλασσόπουλους προσωρινά την 5; ‘Η να το βάλουμε στη θέση 3, αφού λείπει ο Παπαγιάννης, και να το αλλάξουμε αύριο πρωί πρωί στην 7, αν φύγει η Νίτσα, κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ.

Με κάτι τέτοια –και μια μεγάλη δόση μεγαλομανίας, φοβάμαι– κάπως ταυτίστηκα με τον Νατ Ρότσιλντ και την άκομψη κριτική της τουριστικής επένδυσης στον Ερημίτη της Κέρκυρας, που προανήγγειλε ο πρωθυπουργός. Η επένδυση θα γίνει δίπλα στην ιδιόκτητη βίλα του Ρότσιλντ. Η σφοδρότητα των αντιδράσεων στο τούιτ του για την επένδυση, όπως αναφέρει ο ίδιος στο κείμενό  του που δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (2.8.2020), «υποδηλώνει ότι ένας μη Έλληνας δεν είναι ευπρόσδεκτος να εκφράσει απόψεις για οποιοδήποτε ελληνικό ζήτημα…». Πάντως, οι περισσότερες αντιδράσεις μάλλον ταξικό χαρακτήρα είχαν, πάρα εθνικιστικό. Ο ρατσισμός μας, κατά κανόνα, κατευθύνεται σε πολύ πιο κοντινούς μας και κατατρεγμένους ανθρώπους. Σπανίως στρέφεται προς την ευρωπαΐκή ελίτ. Φυσικά, το περιβαλλοντικό θέμα είναι εξαιρετικά σοβαρό και η στρατηγική για τον τουρισμό επίσης, αλλά μια μικρή δυσπιστία –έστω και άδικη– δικαιολογείται.

Και κάπου εκεί σταματάνε οι ταυτίσεις. Το εν λόγω σπίτι άρχισε να οικοδομείται το 1969 από τον ζωγράφο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τη σύζυγό του Μπάρμπαρα Χάτσινσον σε μια έκταση που αγόρασε ο πατέρας του Ρότσιλντ, γιος της Μπάρμπαρα από τον πρώτο της γάμο.

«Αυτό το σπίτι ήταν ένα παλιό ελαιοτριβείο στον Άγιο Στέφανο, που η δίδυμη ιδιοφυΐα του Νίκου και της Μπάρμπαρα είχε μετατρέψει σε καταφύγιο μοναδικής ατμόσφαιρας και γοητείας. Στον κήπο, βοτσαλωτά μοτίβα κοσμούσαν το λιθόστρωτο, πιο ψηλά μαγνάδια από κλήματα, περιστύλια και στον αέρα θροΐσματα από χελιδονοουρές», γράφει ο στενός τους φίλος, Πάτρικ Λη Φέρμορ. «Μετά το ηλιόφως, μας περιμένει ένα βασίλειο της σκιάς, που είχαν επινοήσει οι δυο τους για το εσωτερικό, γεμάτο δροσιά και ιριδισμούς, πραγματικό λημέρι για τρίτωνες. Από τα παράθυρα αγνάντευε κυπαρίσσια και ελιές, φουντωτές σαν εγγλέζικες βελανιδιές, να κατηφορίζουν ως τα στενά που χώριζαν την Κέρκυρα απ’ τα Ακροκεραύνια όρη και την Αλβανία».

Ο Φέρμορ γνωριζόταν με τον Γκίκα από τη δεκαετία του ‘40. Την παρέα γρήγορα συμπλήρωσε ο ζωγράφος Τζον Κράξτον. Οι τρεις τους, η Μπάρμπαρα και η Τζόαν, η γυναίκα του Φέρμορ, θα παραμείνουν αφοσιωμένοι φίλοι σε όλη τους τη ζωή. Με μια έννοια, η ιστορία της φιλίας τους αντηχεί την ιστορία των μυθικών ελληνικών σπιτιών τους: το πατρογονικό αρχοντικό που αναστήλωσε ο Γκίκας στην Ύδρα και καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1961, το σπίτι του Πάτρικ και της Τζόαν Λη Φέρμορ στην Καρδαμύλη, το μποέμ ετοιμόρροπο παλάτσο του Κράξτον στο λιμάνι των Χανίων και, τέλος, η βίλα-αγροικία της Κέρκυρας. Διαβάζοντας τον εξαιρετικό κατάλογο της έκθεσης που πραγματοποιήθηκε για τους τρεις τους στη Λεβέντειο Πινακοθήκη και στο Μουσείο Μπενάκη, το 2017, δεν μπορείς να μην αφεθείς στη «Γοητεία της ζωής στην Ελλάδα», τον τόσο ταιριαστό υπότιτλο της έκθεσης.

Υπάρχει ένα αμήχανο κενό σε αυτές τις αφηγήσεις, βέβαια, που περιγράφουν μια Ελλάδα μαγική και ανέμελη. Αν σκεφτείς πως το σκηνικό είναι η σκοτεινή μετεμφυλιακή Ελλάδα και τα χρόνια της χούντας, κάπως προβληματίζεσαι, αλλά το παρελθόν δεν είναι ποτέ μονοεπίπεδο. Η αναζήτηση της ομορφιάς, ο πλούτος των εμπειριών, το κουράγιο και η χαρά της ζωής που ξεχειλίζουν από την πορεία και των τριών τους αρκούν. Το ζητούμενο δεν είναι η νοσταλγία αλλά η αισιοδοξία.

Και παρά τον θαυμασμό γι’ αυτές τις μοναδικές κατοικίες, συνειδητοποιείς μέσα από τα κείμενα και τις εικόνες πως ο βασικός λόγος ύπαρξης τέτοιων σπιτιών ήταν η γενναιοδωρία, η φιλία, η ευκαιρία που προσφέρουν να στεγάσεις στιγμές με τους αγαπημένους σου. Όπως το έγραψε ο Κράξτον στον Γκίκα, όταν αντίκρισε τα αποκαΐδια του αρχοντικού της Ύδρας : «Το ελληνικό τοπίο είναι υπέροχο αλλά… Σε κάνει να συνειδητοποιείς ότι το μόνο πραγματικά σημαντικό είναι οι άνθρωποι – οι άνθρωποι μπορούν να φτιάξουν σπίτια, αλλά τα σπίτια δεν μπορούν να φτιάξουν άνθρωπους».