ΤΑΞΙΔΙΑ

Ιδρωμένες σελίδες

august

Κάθε θάλασσα είναι διαφορετική και κάθε καύσωνας επίσης. Μπορούμε, άραγε, να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας στους 42ºC;

Ανικανοποίητο είδος το ανθρώπινο. Συνάντησα τις προάλλες δύο Γερμανούς φίλους που είχαν έρθει για διακοπές. Επί μισή ώρα δεν σταμάτησαν να διαμαρτύρονται για την αθηναϊκή ζέστη. Πόσο αφόρητη είναι και πως δεν μπορείς να αναπνεύσεις και ιδρώνεις συνεχώς και δεν εξουδετερώνει τον κορωνοϊό τελικά, και πως δεν μπορείς ούτε να σκεφτείς με αυτές τις θερμοκρασίες. Ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που τους θυμάμαι να περνούν ολόκληρα απογεύματα τουρτουρίζοντας στο παγωμένο Βερολίνο, μπαμπουλωμένοι με τρίδιπλα πουλόβερ, κάτω από υπεριώδεις λάμπες που μιμούνται το ηλιακό φως.

Όχι πως οι ιθαγενείς υπολειπόμαστε γκρίνιας για τις υψηλές θερμοκρασίες, αλλά ίσως μέσα σε αυτές τις διαμαρτυρίες υπάρχει και μια κρυφή χαρά, ένα είδος περηφάνιας. Στο κάτω κάτω είναι η δική μας ζέστη. Ίσως γι’ αυτό οι χειρότεροι καύσωνες που μου έρχονται στο μυαλό είναι αλλοεθνείς: ένα πνιγηρό απόγευμα σε μια λίμνη της Ιταλίας, με το νερό σε θερμοκρασία βρασμού, ένας Αύγουστος στο έρημο Παρίσι, πάνω από τα όρια της λιποθυμίας, και, το χειρότερο όλων, η κοχλάζουσα άσφαλτος της Βουδαπέστης, με 42 βαθμούς.

«Η ζέστη είναι χειροπιαστή, έχει την υφή μπαμπακιού, φαντάζομαι ότι μ’ ένα ψαλίδι θα μπορούσα να την κόψω, η καρδιά μου γρονθοκοπεί τα πλευρά μου, οι ρίζες των μαλλιών μου είναι ιδρωμένες»,* γράφει μια Ουγγαρέζα συγγραφέας, περιγράφοντας το ταξίδι της στη χώρα μας. «Η πρώτη μου εμπειρία είναι ο φονικός καύσωνας, ο ήλιος από τον οποίο δεν υπάρχει σωτηρία, η παράξενη ατμόσφαιρα που κάνει να στεγνώνουν η μύτη και το στόμα μας στη στιγμή, και που εξαιτίας της πίνουμε συνεχώς όπως οι ταξιδιώτες στη Σαχάρα, κρατώντας το νερό για ώρα πάνω στη γλώσσα για να απαλύνουμε την βασανιστική ξηρότητα στο στόμα μας», γράφει η Μάγκντα Σάμπο για το ταξίδι της στην Ελλάδα του 1966. «Κάπως έτσι θα αισθάνεται η φραντζόλα όταν την τοποθετούν πάνω στο φτυάρι και τη σπρώχνουν στο φούρνο», μονολογεί κατεβαίνοντας τη σκάλα του αεροσκάφους της Μάλεβ στο Ελληνικό.

Η Σάμπο έχει ένα δίκιο βέβαια, ως τουρίστρια από την Ουγγαρία εκείνης της εποχής παλεύει διαρκώς με την αφραγκία, στερούμενη όλες τις ανέσεις που εξασφαλίζουν στους δυτικούς τουρίστες τα ισχυρά τους νομίσματα: κλιματιζόμενες αίθουσες, ταξί, καλά ξενοδοχεία, συχνή κατανάλωση αναψυκτικών. Ευτυχώς το νερό, τουλάχιστον, ρέει άφθονο και δωρεάν. «Σωριαζόμαστε στις καρέκλες, παραγγέλνουμε καφέδες και μετά πίνουμε, πίνουμε, πράγμα που είναι περίπου ό,τι πιο κουτό μπορούμε να κάνουμε, γιατί ξέρουμε ότι σε πέντε λεπτά θ’ αρχίσουμε να ιδρώνουμε, κι όσο πιο πολύ νερό ρίχνουμε μέσα μας τόσο περισσότερο θα ιδρώνουμε».

Ως κλασική φιλόλογος στρέφει το ενδιαφέρον της στις αρχαιότητες, στα μυθικά ελληνικά τοπία, αλλά η εξοικείωση με τη φτώχεια και η έλλειψη κοσμοπολιτισμού την κάνουν πολύ πιο παρατηρητική και στο τι συμβαίνει στην Ελλάδα του ΄60, στο περιθώριο της «χρυσής εποχής του τουρισμού». Μας δίνει μια εικόνα που δεν συναντάμε, συνήθως, σε κείμενα άλλων ταξιδιωτών. Μένει σε μετριότατα ή και άθλια ξενοδοχεία, ταξιδεύει με τουριστικά πούλμαν για ομαδικές περιηγήσεις στους Δελφούς και την Ολυμπία, προσέχει τους εκατοντάδες ζητιάνους της Αθήνας, σοκάρεται από τους δωδεκάχρονους σερβιτόρους στα νησιά και την εκτεταμένη παιδική εργασία, παρατηρεί τις σαραβαλιασμένες παράγκες που στεγάζουν πολυμελείς οικογένειες σε μεσοτοιχία με τα πολυτελή ξενοδοχεία, τη βγάζει με κουλούρια και σταφύλια για να παρατείνει λίγο την παραμονή της.

Συνειδητοποιείς μέσα από την αφήγησή της πως τα ταξίδια δεν ήταν μόνο ευκαιρίες απόλαυσης για καλομαθημένους τουρίστες. Ήταν εμπειρίες ζωής, μοναδικές δυνατότητες μόρφωσης, κλεφτές ματιές στη ζωή και τον πολιτισμό των άλλων. Η ασφάλεια και η άνεση ήταν κάτι που άξιζε να θυσιάσεις στον βωμό της ταξιδιωτικής εμπειρίας. Παρά τις αλλεπάλληλες αναποδιές, η Σάμπο δεν γίνεται μίζερη. Αντιμετωπίζει τις αναπόφευκτες δυσκολίες με στωικότητα και επινοητικότητα, και τις περιηγητικές απολαύσεις με ευγνωμοσύνη. Ίσως γιατί ακριβώς οι περιορισμοί την αναγκάζουν να εστιάζει στο παρόν. Μπορεί η ζέστη να είναι όντως αφόρητη, αλλά ξέρει πως υπάρχουν πιο καυτά ζητήματα.

«Είναι φρικτό συναίσθημα η γνώση “σήμερα ναι, αλλά ποτέ ξανά”, ότι ζούμε μακριά από εδώ και πρέπει να τα δούμε όλα τώρα, ότι δεν έχουμε χρόνο να αφεθούμε λίγο ή να πούμε για οτιδήποτε “την επόμενη φορά”. […] Μας μένουν ακόμα κάποιες εβδομάδες διακοπών, αλλά αυτή τη θάλασσα δεν θα την ξαναδώ ποτέ, κι αυτή που βλέπω τώρα θα γίνει αλλιώτικη, διαφορετική. Κάθε θάλασσα και κάθε ποτάμι και κάθε σταγόνα νερού είναι διαφορετική, αυτό το έχω μάθει από τότε που ταξιδεύω».

* «Στο κατώφλι του Δία», Μάγκντα Σάμπο, μτφ. Μανουέλα Μπέρκι, εκδ. Καστανιώτη.