ΤΑΞΙΔΙΑ

Εικαστική μείξη χρωμάτων στην Ανδρο

dscf9645
andros0702
untitled-2--3
belinda_urs
dsc_0113

Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς αντικειμενικά για κάτι που αγαπάει πολύ, ειδικά αν αυτό είναι εγκιβωτισμένο στον συλλογικό και τον ατομικό τόπο μιας μνήμης, η οποία συνεχώς εμπλουτίζεται με νέες εμπειρίες και απρόσμενες θεάσεις. Θα προσπαθήσω ωστόσο να μεταγράψω την Ανδρο μέσα από τις αναγνώσεις ενός προσωπικού τόπου και τοπίου.

Είναι η Ανδρος με τη γεωμορφολογική μεγαλοπρέπεια και τις ανεξάντλητες εναλλαγές του τοπίου, που δεν σε αφήνει να επαναπαυθείς. Γυρίσματα φωτός αποκαλύπτουν νέες ράχες, όγκους για  ατέρμονη, οπτική διερεύνηση. Μαλακοί όγκοι γίνονται χαράδρες, κοιλάδες καλά κρυμμένες από βουνά. Ρεματιές φέρνουν νυχτερινούς ήχους, σπάζουν τη σιωπή, ανεβάζουν στα βουνά το σύρσιμο του βότσαλου μαζί με τον αέναο κι ακούραστο παφλασμό των κυμάτων. Σημεία που φαίνεται πως ποτέ δεν συναντήθηκαν με τη θάλασσα και την απεραντοσύνη του ορίζοντα και σημεία που σμίλεψαν ο βοριάς και το μελτέμι.

Θαυμαστή βλάστηση

Είναι ένας τόπος όπου η απλόχερη εναλλαγή των εποχών όπως καταγράφεται στη χλωρίδα του με αμέτρητους χρωματικούς τόνους, με χρώματα βασανιστικά, εξαντλεί τα όρια του συναισθήματος και της μνήμης. Είναι απίστευτη η συνύπαρξη στον ίδιο τόπο του αρμυρικιού και της καστανιάς κι ανάμεσά τους αμέτρητα άλλα είδη. Βλάστηση σοφή στους συνδυασμούς της, γενναιόδωρη, θαυμαστή. Κυκλαδική με μυρωδιές και χρώματα από πικροδάφνες, λυγαριές, ασπάλαθους, σπάρτα, φασκόμηλα, θυμάρια, θρούμπια, λούπινα, αγιοκλήματα, κάλλες, ζουμπούλια και ανεμώνες. Ηπειρωτική με πλατάνια, λεύκες, δάφνες, μυρσίνες, κυπαρίσσια και καρυδιές. Κι είναι κι αυτή η καρποφόρα με τα εσπεριδοειδή που μοιάζει να υπερκαλύπτει τους ασπάλαθους και τα σπάρτα κατηφορίζοντας για τη Χώρα και το Κόρθι. Είναι οι αμυγδαλιές που μεταστρέφουν τον χειμώνα κάνοντάς τον γιορτινό, είναι οι ελιές που όταν ανθίζουν, με τη λευκότητά τους εξισορροπούν τους συντρόφους τους τα κυπαρίσσια, είναι οι κοιλάδες αχόρταγα σαγηνευτικές, ικανές να παρασύρουν το βλέμμα για να το οδηγήσουν μαλακά κι αβίαστα στους γιαλούς. 

Είναι το νερό που ευλογεί  αυτόν τον τόπο. Το νερό που άφησε τις Νύμφες και τις νεράιδες να τον κατοικήσουν σε μέρη μαγικά, μέρη όπου ο περιπατητής μπορεί ακόμη να σταθεί και να αφουγκραστεί. Είναι ένα από τα δώρα αυτού του νησιού το οποίο επιτρέπει στις ξερές ωμοπλάτες των ορεινών όγκων να συναντούν η μία την άλλη σε κατάφυτα, καταπράσινα ρέματα φούξια μέσα στο κατακαλόκαιρο απ’ τις θεόρατες δουράφες (πικροδάφνες). Το νερό που έκανε πάντα τους κήπους να αποκαλύπτονται και τις αυλές να ανθίζουν ακόμη κι όταν ερχόταν από μακρινές πηγές, μέσα σε στάμνες, ξεχασμένες τώρα πια σε κάποιες σταμνοθήκες.

Είναι όμως και η πέτρα του ανδριώτικου τοπίου. Πέτρα που σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανάγκη για επιβίωση, την έκανε καλλιεργήσιμη και καρποφόρα. Την πέτρα την οικειοποιήθηκαν οι Ανδριώτες. Την έκοψαν κι έχτισαν το νησί. Τη σμίλεψαν για να στεριώσει τον οψό, τον πεσσό των κτισμάτων, έχτισαν τα γεφύρια, τις βρύσες, τους περιστεριώνες, τις εκκλησίες, τα αγροτόσπιτα, τους πύργους και τα αρχοντικά, όλα με την ίδια τεχνογνωσία κι αισθητική.

Είναι αυτός ο ασημένιος σχιστόλιθος  που  χρησιμοποίησαν για τις αιμασιές, χτιστές πεζούλες για τη συγκράτηση του χώματος στα κλιμακωτά αγροκτήματά τους, αλλά και για τις ξερολιθιές, τα πέτρινα όρια των αγροτικών ιδιοκτησιών. Μια ανθρώπινη καλλιγραφία που συνθέτει το τοπίο, μια γραφή που σφραγίζει τον τόπο. Μια επικρατούσα γλυπτική, από τις αιμασιές, στα σαρδελωτά επιχρίσματα των κτισμάτων και των σπιτιών εκτείνεται μέχρι τον ατέρμονο ρυθμό των κυμάτων, συνεπαίρνει και επιτάσσει την αποκρυπτογράφησή της.

Οι εναλλαγές και οι προεκτάσεις είναι συχνά ηδονικά βασανιστικές για έναν ζωγράφο: οι καλοκαιρινές ώχρες ανακατεμένες με τις απαστράπτουσες στον μεσημεριανό ήλιο πέτρες και μαζί τους το βαρύ, γνώριμο κι αγαπημένο πράσινο των κυπαρισσιών και το χρυσαφί της ελιάς από τη μία, από την άλλη το ασημί του σχιστόλιθου, της ελιάς και του κύματος, όπως αντικατοπτρίζονται στο γεναριάτικο φεγγαρόφωτο, στατικός ο ένας, σε συνεχή κίνηση τα άλλα από τον εξαγριωμένο χειμωνιάτικο βοριά, γοητεύουν και συναρπάζουν.

Μνήμες από παντού

Μια αυλή στο ανδριώτικο Αιγαίο είναι ένα δώρο που αξιώθηκα και συνεχίζω να αξιώνομαι. Η τύχη να μπορεί κανείς να βιώνει το εγώ ανακατεμένο με το αίσθημα του ανήκειν σε έναν τόπο. Η απόσταση της παρατήρησης και η ατέρμονη προσπάθεια οικειοποίησης του ορατού με σαστίζει πάντοτε με τον ίδιο απροσδόκητο τρόπο. Η μνήμη μου γεμάτη από αμέτρητα σκαλιά, πεντακάθαρα κι ασβεστωμένα, με ανήφορους ατελείωτους, όταν οι επισκέψεις των παιδικών χρόνων στη γιαγιά και στις θείες στα διπλανά χωριά με ανάγκαζαν σε πράξεις με κλάσματα προκειμένου να αυξάνεται η υπομονή μου για τη διαδρομή που είχε απομείνει. Η μνήμη μου γεμάτη με το μάζεμα της ελιάς από τη μία αιμασιά στην άλλη, όταν προϋπόθεση για τη συμμετοχή μου ήταν να έχω τελειώσει τα διαβάσματά μου, αλώνια μέσα στην καλοκαιριάτικη νύχτα όταν φυσούσε ο επιθυμητός αέρας και μπορούσε να λιχνιστεί το κριθάρι, παρακλήσεις στα ξωκλήσια όταν οι άγιοι στεφανώνονταν με τα λίγα γαρίφαλα από τις γλάστρες, τα αγριολούλουδα και τις πρασινάδες της διαδρομής.

Αναγνώσεις του καιρού με το μάτι στραμμένο στη θάλασσα και μια τελείως διαφορετική αντίληψη του χρόνου, ασύνδετη με λεπτοδείκτες και αριθμούς, συνδεδεμένη όμως με τον κυκλαδίτικο ήλιο και τη θέση του στον ουρανό κατά τη διάρκεια της μέρας ή σε κάποια από τις ράχες του απέναντι βουνού, όπου έπεφτε κατά τη δύση. Μικρές χαρές ακροβατώντας ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη αναβιώνουν μέσα από τις χρωματικές καταγραφές της εικαστικής μου βιογραφίας.

* Ο κ. Γιώργος Σαλταφέρος είναι ζωγράφος.