ΤΑΞΙΔΙΑ

Τα ωραία πράγματα είναι μπροστά σου

Τα ωραία πράγματα είναι μπροστά σου

O Βίκτορ Ουγκό πίστευε ότι μια μεγαλούπολη που σέβεται τον εαυτό της σε κάνει να αισθάνεσαι δικό της παιδί. Και ακόμη κι αν δεν έχεις δεσμούς αίματος, μπορείς να αναπτύξεις οψίμως δεσμούς εξ αγχιστείας, να αισθανθείς συγγένεια με τους αγνώστους που περπατούν δίπλα σου στον δρόμο.

Διακατεχόμενη από αυτήν την, ενδεχομένως, στρεβλή πεποίθηση του «συνανήκειν», παρατηρώ τους Παριζιάνους που με προσπερνούν στη Rue Saint Honore. Οπως και σε μερικά στέκια της Νέας Υόρκης, είναι άνθρωποι που θέλουν να παρουσιάσουν την καλύτερη εκδοχή του εαυτού τους. Περιποιημένοι. Χωρίς κραυγαλέα πίστη στη μόδα, αλλά σίγουρα με ένα κλείσιμο του ματιού στην κομψότητα. Και με την ύπουλη εσωτερική φωνή που τους ψιθυρίζει στο αυτί: «Τα ωραία πράγματα της ζωής είναι μπροστά στα μάτια σου. Κοίτα». Και στ’ αλήθεια είναι εκεί.

Να, όπως το εκπληκτικό λιλιπούτειο μαγαζί του ξενοδοχείου Costes που πουλάει τα ομορφότερα ρόδα στον κόσμο. Διαλεγμένα ένα ένα, φιγουράρουν στη μαύρη βιτρίνα, τόσο τροφαντά και τρυφερά, που θες να φιλήσεις τα πέταλά τους. Οταν περνάς το κατώφλι του ανθοπωλείου, σου έρχεται το ωστικό κύμα αυτής της ευωδιάς, η μοσχοβολιά των παλιών τριαντάφυλλων, ένα τελειωτικό χτύπημα στα ρουθούνια.

Μετά τη μεθυστική γροθιά, ξαναβγαίνεις παραζαλισμένα στον δρόμο όπου το βασανιστήριο με τις μυρωδιές είναι ηπιότερο. Κάθε τόσο διασταυρώνεσαι με κάποιον που αφήνει πίσω του ένα νέο λεπταίσθητο οσφρητικό αποτύπωμα. Αν στην Αθήνα κυριαρχούν δύο-τρία αρώματα του συρμού, στο Παρίσι μεταμορφώνεσαι προσωρινά σε νεαρό λαγωνικό που βασανίζεται από την ποικιλία των ερεθισμάτων. Οδεύοντας προς την Place Vendome, τα parfums διαλύονται στον αέρα και κάνουν ένα αόρατο πλέγμα. Το Παρίσι είναι η μόνη πόλη που μπορείς να δώσεις γεωγραφικό στίγμα αποκλειστικά με την όσφρηση.

Και η γεύση –δυστυχώς!– δεν πάει πίσω. Αλλά όχι μόνη της. Οι σερβιτόροι γνωρίζουν ότι, προτού φέρουν ένα ωραίο φιλέτο ταρτάρ που να έχει την αψάδα της κάπαρης, πρέπει πρώτα να σε έχουν κατευνάσει με ένα μεστό Bordeaux, να έχουν τοποθετήσει με θεατρικό τρόπο τα ορεκτικά, τις μπαγκέτες, τις λινές πετσέτες. Στις καλές μπρασερί, το προσωπικό φέρεται (υποκριτικά; Δεν με νοιάζει) σαν να σερβίρει κάποιον πολύ σημαντικό και πρέπει όλοι μαζί να σταθούμε στο ύψος των κανόνων της ιεροτελεστίας.

Αγαπώ τη Vagenende στο Saint Germain, για την πατίνα του χρόνου που έχουν οι τοίχοι, για τα ωραία πλακίδια δαπέδου, τις μαλακές art nouveau κοιλότητες που φτιάχνουν ένα μικρό στερέωμα πάνω στις πιατέλες με τα στρείδια. Η ατμόσφαιρα είναι ευχάριστη σαν τα παλιά σπίτια που έχουν ακούσει εκατομμύρια γέλια, χαρές και κουβέντες. Οι μπουκιές έχουν συμπιεσμένο χρόνο. Τι ωραίο που είναι να τρως σε μέρη που έχουν ιστορία, όπως αυτό το εστιατόριο που διέσωσε ο ίδιος ο Μαλρό. Χωρίς αυτόν θα είχε κατεδαφιστεί για να γίνει σούπερ μάρκετ.

Προυστ και Σανέλ

Τελευταία γευστική μου ανακάλυψη, είναι η περίφημη Angelina, όπου κάποτε σύχναζε ο Προυστ (καλή ένδειξη, μιας και ήταν γλυκατζής) και η Κοκό Σανέλ (περίεργο, γιατί ήταν αδύνατη). Στη Rivoli φημίζεται για την chocolat l’africain. Μέσα δεν πέφτει καρφίτσα και οι δίσκοι με τα γλυκά και τους καφέδες στροβιλίζονται στους διαδρόμους και οι πελάτες τιτιβίζουν χαριτωμένα, φτιάχνοντας μια ευχάριστη χαμηλόφωνη φασαρία.

Μπορεί το Παρίσι να πηγαίνει χέρι χέρι με τις καθημερινές μικρές πολυτέλειες, αλλά δεν έχει ακόμα πουλήσει την ψυχή του στους τουρίστες, παρότι είναι από τους κυρίαρχους ταξιδιωτικούς προορισμούς στον κόσμο. Η Βενετία, αυτό το παζάρι μεταξύ πρωινών και βραδινών χωρών όπως έλεγε ο Γκαίτε, έχει εκχωρηθεί αντί υψηλού αντιτίμου στους επισκέπτες της. Το Λονδίνο στους εξωφρενικά πλούσιους κατοίκους του, κυρίως Ρώσους ή Αραβες. Ομως η γαλλική πρωτεύουσα ανήκει σε όλους. Και μέσα σε αυτήν την πανσπερμία των ανθρώπων που κυκλοφορεί στους δρόμους του, το αισθάνομαι και εγώ λίγο πατρίδα μου.