ΠΟΛΗ

Στην οδό Ιπποκράτους, στην αύρα της χειροποίητης πόλης

Στην οδό Ιπποκράτους, στην αύρα της χειροποίητης πόλης

Μ​​ερικές φορές πριν το βλέμμα γαντζωθεί σε μια όψη ή σε μια βιτρίνα, έρχεται ένας συνειρμός σαν βουβός παφλασμός να γεμίσει τον νου με εικόνες και μνήμες. Στη Νεάπολη, ψηλά στην Ιπποκράτους, μετά την Κομνηνών, στάθηκα να δω την προθήκη του καταστήματος που έφερε περήφανα την επιγραφή «Αμπαζούρ». Υπήρχε μια αύρα αλλοκαιρινή, περισσότερο ήταν η απουσία κάθε κίνησης, ακόμη και σκιάς στο διώροφο κτίριο που στεκόταν απέναντί μου. Ηταν μια εικόνα αποσπασμένη από τον χρόνο, παγωμένη σε ένα διαρκές παρόν, σε μία ρευστότητα που άφηνε τα τραύματα νωπά.

Ιπποκράτους 144, και μόνο η διεύθυνση ανακαλεί γεύσεις και μυρωδιές, και φέρνει μπροστά το χαμόγελο και την έκφραση ανθρώπων που πέρασαν. Τι είναι αυτό που κάνει κάποιους δρόμους πατρίδες κοινές; Η Ιπποκράτους και όλα τα αστικά ποτάμια που κυλούν από την Αλεξάνδρας προς την Ακαδημίας μαζί με όλα τα δρομάκια ανάμεσα είναι μια πατρίδα των Αθηναίων. Κοινός τόπος, τόπος αναφοράς, το Κοινόν των Αθηναίων. Αλλά η παλιά επιγραφή του καταστήματος με τα αμπαζούρ μου είχε εντυπωθεί. Πλησίασα τη βιτρίνα και είδα τα καπέλα για λάμπες και δεξιά, στάθηκε το βλέμμα σε ένα αμπαζούρ στο μπλε του κοβαλτίου. Είδα την Ιπποκράτους εμβαπτισμένη σε ένα υγρό ημιδιάφανο, υγρό στο χρώμα ενός κυανού του άστεως.

Ξαναγύρισα, όμως, στο «τώρα», και είδα το όμορφο σπίτι από πάνω. Χτισμένο στη δεκαετία του 1920, όταν τα παιδιά εκείνης της εποχής είχαν μεγαλώσει στον απόηχο του 1912-13, του 1915, του 1922. Το σπίτι ήταν στην εφηβεία του στην Κατοχή, γερασμένο σήμερα, αλλά με όρους Ιστορίας, ένα νέο κτίριο, καθώς ακόμη συντηρεί μια ορισμένη ζώσα μνήμη. Κυλάει στη λήθη, αλλά ακόμη κρατιέται.

Η επιγραφή «Αμπαζούρ» μου έφερε απρόσμενα εικόνες από ξεχασμένα καταστήματα, που ποιος ξέρει πώς επιζούσαν τις μεταπολεμικές δεκαετίες. Μου έφερε στον νου τα παλιά καπελάδικα, θυμάμαι ένα από τα τελευταία στην οδό Μητροπόλεως, με τα καπέλα από τσόχα στραβοβαλμένα σε κούκλες-προτομές, σαν νεκρικά βάθρα, μνήματα κάλλους και ματαιοδοξίας.

Ημουν ακόμη στην Ιπποκράτους όταν συνέχισαν τη διαδρομή τους οι συνειρμοί και μου έφεραν στον νου ένα παλιό γαλακτοπωλείο στην Πατησίων με τις μορφές των αφεντικών σαν ηθοποιών από βωβές ταινίες του 1920. Είχα στο στόμα τη γεύση της βαριάς βανίλιας και εκείνου του γάλακτος που κανένα παιδί δεν επιθυμούσε, τα μπισκότα στη γυάλα και τα πλακάκια ασκούπιστα.

Ηταν, όμως, μια εξωραϊσμένη φαντασία, ένας ήχος της μνήμης ασυνάρτητος, αρμολογημένος περισσότερο στην επιθυμία παρά στην ακρίβεια. Ωστόσο, η τεθλασμένη διαδρομή των συνειρμών, εκεί σε εκείνο το σημείο της Νεάπολης, μπροστά σε αυτό το προσφιλές σπάραγμα ενός άλλου βηματισμού, μου έφερε σαν ωστικό κύμα τη μυρωδιά του παλιού χαρτοπωλείου. Εκεί, σε εκείνα τα λαγούμια χάρτου, μελάνης και κλωστής, που ήταν σαν ορυχεία ψιλικών και σαν σκοτεινές στοές θαυμάτων στην παλιά Αθήνα, ανάσαινα παιδί την απόλαυση της ύλης. Υλη ήταν τα μελάνια και οι γόμες, ύλη ήταν το χαρτί, αυτό που πλέον λανθάνει, φθίνει και λοιδωρείται.

Μπροστά στα «Αμπαζούρ» της οδού Ιπποκράτους ένιωσα αίφνης αμήχανος, καθώς είχα γίνει μάρτυς μιας απρόσμενης πλημμυρίδας εικόνων. Εκεί, σε αυτό το σημείο της σύγχρονης Αθήνας, είχα γίνει δέκτης και πομπός μιας δίνης παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος χρόνου. Ηταν ένας φόρος τιμής σε εκείνη την παλιά αίσθηση χειροποίητης πόλης, σε εκείνους τους χειρώνακτες των αισθήσεων. Σε εκείνη την επιγραφή που πίσω από την πληροφορία, φέρει νάματα ενός πολιτισμού σε διαρκές ημίφως.