ΠΟΛΗ

Μοναχικές μορφές στην οδό Κωνσταντινουπόλεως

Μοναχικές μορφές στην οδό Κωνσταντινουπόλεως

Πίσω από το Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς, αν περπατήσει κανείς ένα πρωινό πριν ξυπνήσει για τα καλά η γειτονιά, πριν οι κρότοι και οι θόρυβοι της ημέρας καλύψουν τους ψιθύρους του άγουρου πρωινού, θα βρει όψεις παράδοξες. Σπίτια μοναχικά που θα θυμίσουν σε ορισμένους παιχνίδια που ζωντανεύουν τη νύχτα όταν όλοι κοιμούνται ή ακόμη και ζωγραφιές παλιομοδίτικες. Παράξενοι συνειρμοί σε μια γειτονιά με όλη εκείνη την πατίνα μιας αδιάκοπης χρήσης, ανάμεσα σε συνεργεία και μονώροφα ερείπια, εστιατόρια ή νοικοκυρεμένα φτωχόσπιτα, μικρές πολυκατοικίες και γκράφιτι.

Λίγα κεριά σιγόκαιγαν εκείνο το πρωινό στην εκκλησία της περιοχής, τον Αγιο Βασίλειο, και υπήρχε μια ατμόσφαιρα ενός μικρού τόπου ολόγυρα. Ενας σκύλος ακουγόταν από μακριά και ο πρωινός ήλιος στέγνωνε την ψύχρα της αυγής. Ηταν ένα παλιό κομμάτι της Αθήνας, εκεί στην περίμετρο της άλλοτε επίσημης πόλης.

Σε αυτή την παλιά συνοικία του Ρουφ που όσο προχωράς σε σπρώχνει μέσα στο Γκάζι, υπάρχουν ακόμη όψεις ατόφιας αστικής ποίησης. Τις βρίσκω είτε στα στενά πίσω από τη Μεγάλου Βασιλείου είτε προς τις γραμμές του τρένου, όπου ανάμεσα σε κατασκευές περίεργες σαν κολάζ από διάφορες ανάγκες διαφόρων εποχών, με εκείνη την ιερότητα του χρηστικού που περιφρονητικά αγνοεί την ηθική της αισθητικής, αναφύονται κτίσματα σεμνά, αλλά πόσο ευγενή στην απόλυτη παρακμή τους. Στην εκκλησία απέναντι, γωνία Μεγάλου Βασιλείου και Κωνσταντινουπόλεως, υπάρχει ένα διώροφο, με τον πάνω όροφο να καδράρει σαν γεωμετρημένος πυργίσκος.

monachikes-morfes-stin-odo-konstantinoypoleos0

Αυτό το σπίτι το έχω δει πολλές φορές ώρα βραδινή, αλλά το πρωί είναι αποκάλυψη. Είναι η ώρα που όλη η πρόσοψη απορροφά το πρωινό φως, αλλά πρέπει να πάει κανείς μια φωτερή μέρα, και να βρεθεί εκεί πριν από τις 10 το πρωί. Τότε, θα δει πώς είναι να μεταμορφώνεται ένας απλός οικίσκος της λαϊκής Αθήνας σε ένα αυθύπαρκτο έργο πρωτογενούς δημιουργίας. Το παρατηρούσα κάμποση ώρα και το έβλεπα να μελώνει με εκείνη την αυταρέσκεια ενός όμορφου σκύλου που ξέρει ότι τον κοιτάς με θαυμασμό. Σκεφτόμουν, και αυτό με διασκέδαζε, ότι αυτό το σπίτι λίγοι θα το έβρισκαν όμορφο, λίγοι θα κοντοστέκονταν για να υψώσουν το βλέμμα και να του χαρίσουν λίγα λεπτά ιδιωτικού χρόνου.

Αλλά λίγο πιο κάτω, όταν πλέον βαδίσει κανείς πάνω στην Κωνσταντινουπόλεως και οι γραμμές του τρένου, στα αριστερά του, του θυμίσουν σελίδες από αργόσυρτα μυθιστορήματα ενός ξεχασμένου καιρού, θα δει, δεν γίνεται να το χάσει, το κλειστό δίπατο σπίτι στον αριθμό 18. Είναι κοντά στη στροφή με τη Μεγάλου Βασιλείου, και βρίσκεται και αυτό ανάμεσα σε πόρτες με λουκέτα που οδηγούν σε αποθήκες και σε σκάλες που νομίζεις ότι ανεβαίνουν στον ουρανό. Εκεί, βρίσκεται το «18». Είναι ένα σπίτι από τον Μεσοπόλεμο, ίσως της δεκαετίας του 1930, ή και πάλι το ισόγειο με τις δύο πόρτες του κλειστού καταστήματος να είναι παλαιότερο. Σε όποιον αρέσουν τα ίχνη των σκασμένων τοίχων που φανερώνουν τους λίθους της παλιάς Αθήνας, ανάμεσα στα οργιώδη παρασιτικά φυτά που τούφες τούφες θαρρείς και τρέφονται από την ταγκή υγρασία της πέτρας, θα σταθεί ώρα πολλή μπροστά σε αυτήν την πρόσοψη.

Οι δωρικές ψευδοπαραστάδες κρατούν μια σχεδόν συγκινητική επισημότητα που διαλύεται πλάι στην ορμή του πολύχρωμου γκράφιτι, σαν κινέζικος δράκος. Υπάρχει εκείνη η σιωπή που τυλίγει όσους πέρασαν για πάντα. Σαν ένα αόρατο σεντόνι να κυματίζει από τα τσακισμένα μπαλκόνια με τους άτεχνους ρόδακες, στεφάνια εις μνήμην όσων δούλεψαν σκληρά στα ψηλοτάβανα δωμάτια. Με χέρια τανάλιες και πλάτη σίδερο.