ΠΟΛΗ

Στην ατμόσφαιρα της Βερανζέρου και της Σατωβριάνδου

Στην ατμόσφαιρα της Βερανζέρου και της Σατωβριάνδου

Ενα απόγευμα Κυριακής, με συννεφιά που τύλιγε τα κτίρια με μια γάζα ημιδιαφανή, οι δρόμοι γύρω από την Ομόνοια είχαν κάτι το απόκοσμο. Σατωβριάνδου, Βερανζέρου, Μενάνδρου, Κουμουνδούρου, δρόμοι «αρχαίοι» για τη μνήμη της Αθήνας, κυλούσαν αργά σαν πηχτά ποτάμια. Σκόρπια άκουγα και έβλεπα εκρήξεις ζωής, αλλά περισσότερο έβλεπα μοναχικές φιγούρες ή παρέες μεταναστών, που ένιωθαν οικεία σε αυτούς τους δρόμους. Το μικρό πάρκο, Μενάνδρου και Βερανζέρου, στη θέση μιας μεσοπολεμικής πολυκατοικίας, έχει ήδη ξεχαρβαλωθεί.

Η αύρα των παλιών ξενοδοχείων με τα μυθικά ονόματα επιζούσε, τουλάχιστον στη φαντασία μου, και μερικές πινακίδες, όπως το Πρατήριον Ποτών με τα Ζαχαρώδη Προϊόντα, στη Βερανζέρου 33, στεφάνωναν ακόμη καταστήματα που είχαν από καιρό κλείσει. Σκέφτηκα μια περιγραφή της Σατωβριάνδου που είχα διαβάσει πρόσφατα, που μιλούσε για «γυαλοπωλεία, τυράδικα και μανάβικα και κάτι άσημα μικρομπορντελάκια», εκεί πίσω στα 1929, με τα μάτια ενός νεαρού φοιτητή.

Η αλήθεια είναι πως ήμουν επηρεασμένος από αυτό το ανάγνωσμα όταν κίνησα να πάω να περπατήσω και πάλι σε αυτούς τους δρόμους. Με είχε ποτίσει η ατμόσφαιρα από τις αναμνήσεις του Ασημάκη Πανσέληνου (1903-1984), όπως τις περιγράφει στο κλασικό βιβλίου του «Τότε που ζούσαμε…» (έχει επανεκδοθεί από το Μεταίχμιο, 2014). Ανάμεσα σε πολλά και εξόχως ενδιαφέροντα, από τη Μυτιλήνη του 1912 και του 1922 ώς την Αθήνα της Κατοχής, ο Ασημάκης Πανσέληνος μας μεταφέρει στην Αθήνα του 1929-30, όταν νεαρός φοιτητής στη Νομική είχε πιάσει ένα «δωματιάκι μακρόστενο», μαζί με τον Ορέστη Κανέλλη, γωνία Μενάνδρου και Σατωβριάνδου, πίσω δηλαδή από το Εθνικό Θέατρο. Εχει διασωθεί μια σειρά σπιτιών ατόφια, αλλά οι γωνίες έχουν αντικατασταθεί. Εκεί όμως γύρω, παρότι η Αθήνα έχει αλλάξει τόσο πολύ, ανασαίνει κανείς μια αίσθηση παλιού καιρού. 

Από το παράθυρο που κοιτούσε τη Μενάνδρου, γράφει ο Ασημάκης Πανσέληνος, «φαινόταν ένα όμορφο χτίριο με μαρμάρινες σκάλες», που την εποχή που έγραφε –στη διάρκεια της δικτατορίας– είχε γίνει γκαράζ. Αυτή η παλαιοαθηναϊκή ατμόσφαιρα, που ώς και στην Κατοχή ακόμη διατηρούσε στους δρόμους τα ξέφτια τού χθες (έβλεπε κανείς ακόμη άλογα και αραμπάδες και κανένα γαϊδαράκο φορτωμένο νάρκισσους ή κατιφέδες «ανάλογα την εποχή»), θαμπώνει και φθίνει ώς τις μέρες μας, αλλά παραδόξως, παρά τη συνταρακτική παρακμή αυτών των κάποτε ωραίων δρόμων, επιζεί μια ατμόσφαιρα. Στο παλιό ξενοδοχείο «Μεντιτεράνιαν», Βερανζέρου και Σωκράτους, έργο του Βασίλη Τσαγρή από τα τέλη της δεκαετίας του ‘20, έχουν πλέον αφαιρέσει ό,τι μπορούσε να αφαιρεθεί. Στη Σωκράτους 64, εκεί κοντά, έχει διασωθεί ένα διώροφο νεοκλασικό κτίριο, καλυμμένο σε μεγάλη επιφάνεια από κακότεχνες επιγραφές. Να, όμως, που πίσω από την πυραμίδα των επιγραφών προβάλλει, μόλις και μετά βίας, ο αγγελιοφόρος Ερμής, σμιλεμένος στον γύψο του σοβά, με τη μορφή του σε κύκλο, διανθισμένη από έλικες και ανθοφόρες δάδες που παραπέμπουν στο κηρύκειο. 

Τα παλιά ξενοδοχεία, τα περισσότερα πλέον κλειστά ή απλώς ανάμνηση, θυμίζουν την εποχή που η περιοχή βούιζε από κίνηση. Από παλιά διαφήμιση του χαρτοβιβλιοπωλείου «Πένα» του Κ. Χ. Κουτσονίκα, στη Βερανζέρου 20, αναζητώ το ίχνος του. Στον αριθμό 20, υπάρχει ένα όμορφο κτίριο του Μεσοπολέμου. Να ήταν εδώ η «Πένα» που διέθετε και γραφομηχανές και που εξυπηρετούσε και τους βιβλιοχαρτοπώλες «των επαρχιών»; Περπατώντας πάνω – κάτω ευχαρίστησα νοερά τον Ασημάκη Πανσέληνο που με έφερε πάλι ώς τη Μενάνδρου για να δανειστώ το νεανικό του βλέμμα, πίσω στo 1929…