ΠΟΛΗ

Οι βωμοί της Αγίας Λαύρας

gkkt_06_1705_page_1_image_0002

Λουλουδιασμένη και λουσμένη στο φως βρήκα και πάλι την οδό Αγίας Λαύρας στην Κυπριάδου. Είναι ευτυχία να περπατάς σε αυτήν την κηπούπολη ή έστω σε ό,τι απέμεινε από αυτήν, και να είναι άνοιξη και τα τρυφερά φύλλα των δέντρων να ρίχνουν τις πρώτες σκιές και οι κήποι να έχουν αυτά που πρέπει να έχουν οι αθηναϊκοί κήποι, γιασεμιά, γεράνια, γλυσίνες, μπουκαμβίλιες. Αν έχεις καλή διάθεση, αφήνεις στην άκρη τις τόσο πολλές πολυκατοικίες που σκέπασαν αυλές και κήπους και που έσβησαν λίγο λίγο από τη μνήμη τα όμορφα σπίτια της Κυπριάδου.

Εχουν, όμως, μείνει πολλά, και ορισμένα περιβάλλονται από αγάπη, τόση, ώστε στέκεσαι να μοιραστείς και εσύ την αύρα που τα τυλίγει. Και είναι σπίτια της πρώτης και της δεύτερης γενιάς της Κυπριάδου. Μονοκατοικίες του πρώτου πυρήνα, σε παραλλαγές του βασικού σχεδίου του συνοικισμού, με την κίτρινη πέτρα και τις κεραμοσκεπές, τις σκεπαστές βεράντες στο ισόγειο, τα κεραμικά πλακίδια του Μεσοπολέμου στα πατώματα, τις ωραίες αυλόπορτες, τα λουλουδιασμένα σκαλοπάτια. Και είναι και οι μεταπολεμικές, εκείνες του ’50 και του ’60, οι πιο μοντέρνες, ορισμένες μονώροφες, σε εκείνο το γλυκό προαστιακό ύφος, που συναιρούσε την αρχετυπική ιδέα ενός σπιτιού σε προάστιο με τις μοντερνιστικές γραμμές που έδιναν πίστη στο μέλλον. Πάνω κάτω στους δρόμους με τα ονόματα των ποιητών, με τις παλιές ιστορίες εξαερωμένες, στην Εμμανουήλ Λυκούδη, στη Δροσίνη, στην Πολυλά, εισέπνεα εκείνη τη μοναδική αίσθηση της Κυπριάδου. Πόσοι να νιώθουν, πόσοι να καταλαβαίνουν ώς το βάθος της ύπαρξης τη μοναδικότητα, την ομορφιά, την ευγένεια αυτής της κηπούπολης; Ηταν ένα οικιστικό πείραμα που αγαπήθηκε πολύ.

Με το βλέμμα αδηφάγο, στάθηκα σε ένα από τα ερείπια της Κυπριάδου. Είναι πολύ εύκολο να το βρει κανείς, γιατί είναι επί της Αγίας Λαύρας, που είναι δρόμος κεντρικός και φαρδύς, και ακριβώς δίπλα στην Αστυνομία. Στον αριθμό 19, το ερείπιο της Αγίας Λαύρας ήταν σαν σχισμένη σελίδα για τα αρχοντικά της Κριμαίας, για όλον εκείνο τον κόσμο του Τσέχωφ, που θάμπωνε και ξεθώριαζε και γινόταν σταδιακά και πάλι το αρνητικό μιας φωτογραφίας, με τα σκούρα φωτισμένα, με τα λευκά σκιασμένα. Αυτήν την τσεχωφική έπαυλη την είχα μπροστά μου, σαν ονειροκέντημα της φαντασίας, στην καρδιά της Κυπριάδου, και στεκόμουν εκεί απέναντί της να την παρατηρώ, έτσι καθώς την έβλεπα βουτηγμένη σε ένα πράσινο σμαραγδί χρώμα, ραγισμένη εκεί που έπρεπε, κλονισμένη σαν από σεισμό, θαμπωμένη από πρασινάδες, υγρασία και μνήμες-μεμβράνες, αλλά όρθια, μισάνοιχτη, διστακτική, υπομονετική.

Και ήταν αυτό το σπίτι της Κυπριάδου σαν να είχε ένα κλειδί και να μου το έδινε στα χέρια. Προσπάθησα να το φανταστώ στην εποχή του, χτισμένο εκεί γύρω στα 1927-30, με εκείνη τη διάθεση να έχει όλο το λεξιλόγιο της προαστιακής ευωχίας, όλη εκείνη την παλέτα των μοτίβων μιας ανάλαφρης αρ ντεκό που ερχόταν να ανακατευτεί στη στέρεη παράδοση των παλιών μαστόρων, που έχτιζαν στην Αθήνα όλη εκείνη την ατελείωτη βεντάλια ρυθμολογικής φαντασίας. Και έβλεπα τους ρόδακες στα κάγκελα της βεράντας… μα τι βεράντα ήταν αυτή, να βγαίνει στις τριανταφυλλιές, που τις φυτεύω με τη φαντασία μου, και να φέρνει μέσα στο σαλόνι το φως της Αθήνας και να γεννά γωνιές για διάβασμα, για φαγητό, για περισυλλογή…

Αυτά τα σπίτια δεν πέρασαν σε καμία ιστοριογραφία της Αθήνας. Μπήκαν σωρηδόν ως γενική ατμόσφαιρα στο λήμμα «Κυπριάδου» αλλά τώρα νιώθω την ανάγκη να τα ξεχωρίσω, να τους δώσω ένα δικό τους δελτίο ταυτότητας. Αυτό το ερείπιο στο 19 της Αγίας Λαύρας στοιχειώνει το μυαλό όσων βλέπουν την ποίηση σε αυτό που υποχωρεί, σε ό,τι λανθάνει.