ΠΟΛΗ

Στη σκιά του Πουκεβίλ, Φαβιέρου γωνία

Στη σκιά του Πουκεβίλ, Φαβιέρου γωνία

Προσπερνώ την Ομόνοια και κατηφορίζω την Αγίου Κωνσταντίνου, με την επίγνωση ότι εδώ, σε αυτό το κομμάτι της αθηναϊκής ενδοχώρας, οι στρώσεις του χρόνου θα εμφανίζονται απροειδοποίητα, θα αιφνιδιάζουν, θα γεννούν εικόνες. Ποτέ δεν θα απαρνηθώ αυτό το παλιό κομμάτι της Αθήνας από το Μεταξουργείο ώς την πλατεία Βικτωρίας, ένα αστικό θαύμα, ακόμη και σήμερα, που είναι λεηλατημένο και συκοφαντημένο. Χρειάζεται αγάπη, αλλά περισσότερο καλώς εννοούμενη περιέργεια, για να κινηθεί κανείς στα όρια του πεντάστερου που σχηματίζεται με επίκεντρο την πλατεία του Αγίου Παύλου και ακτίνες περιμετρικά σε ακανόνιστες αποστάσεις: Πλατεία Καραϊσκάκη, σταθμός Λαρίσης, πλατεία Βικτωρίας, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, πλατεία Βάθης. Εκεί, ανάμεσα, υπάρχει απόθεμα μοναδικό και αθησαύριστο.

Προχωρώ στην καρδιά αυτής της ενδοχώρας και θυμάμαι το «Μικρό Παρίσι» του Μάριου Στρόφαλη, στους δρόμους με τα γαλλικά και φιλελληνικά ονόματα… Η Βίκτωρος Ουγκώ είναι από μόνη της μια οδός ποιητική: Οι «Orientales» σε πληθώρα εκδοχών και παραλλαγών, μαζί με εκείνη την παλαιοαθηναϊκή στάμπα, σαν λεκές από αίμα και κρασί, που αφήνει σκιά. Σταθείτε να δείτε το ερειπωμένο σπίτι στον αριθμό 17 –ανάμεσα στη Μάγερ και την Ακομινάτου– με τα χτισμένα πορτοπαράθυρα, ψηλό, αξιοπρεπές στην ερήμωσή του. Μοιάζει γερό, παρότι δεν έχει πια ψαχνό, έχουν φύγει όλα από μέσα, είναι μια σκηνογραφική φαντασία που ερεθίζει το μυαλό. Στην εποχή του θα ήταν αρχοντόσπιτο, τα διακοσμητικά λοφία, τα cartouches στα φρύδια των παραθύρων, είναι λεπτής αισθητικής, φίνα, πολύ ιδιαίτερα. Αυτή η ερείπωση, όταν τη συναντά κανείς, υπογραμμίζεται ακόμη περισσότερο από την πρόωρη γήρανση των μεταπολεμικών οικοδομών, είναι σαν ένα τοπίο απολιθωμάτων, πέτρινων, τσιμεντένιων, ασφάλτινων, χωμάτινων… Ανάμεσά τους, ανοίγω δρόμο.

Ηθελα να φτάσω στην οδό Πουκεβίλ, ως φόρο τιμής σε εκείνον τον τόσο ιδιαίτερο Γάλλο που έγραψε τόσα για την Ελλάδα. Μια στενή οδός η Πουκεβίλ, από τη Βίκτωρος Ουγκώ ώς τη Μαιζώνος, να τη διασχίζει η Φαβιέρου. Είναι ένας κόσμος από μόνος του, μια ξεχασμένη οδός, ένας δρόμος με κοντές σκιές και βαθιά λαγούμια. Αν είχα μαζί μου τον Φρανσουά Πουκεβίλ, πεθαμένο από το 1838, θα του έλεγα «Φρανσουά, κοίτα… αυτός είναι ο δρόμος που οι Αθηναίοι αφιέρωσαν σε σένα». Θα κοιτούσε ολόγυρα ο Φρανσουά και μαζί θα στεκόμασταν στη γωνία, Πουκεβίλ και Φαβιέρου. Τον Φαβιέρο θα τον αφήναμε σε ησυχία, εκείνος ήταν του στρατού, αγωνιστής και λαοφιλής. Θα μέναμε στη μικρή οδό Πουκεβίλ, που, την ώρα εκείνη ήταν τυλιγμένη στη σιωπή, τη σιωπή εκείνη του ζεστού αθηναϊκού απομεσήμερου. Με τον Πουκεβίλ, φανταστικό συνοδοιπόρο, θα εξερευνούσαμε αυτά τα δύο σπίτια στη γωνία με τη Φαβιέρου. Τον Φρανσουά Πουκεβίλ θα τον διασκέδαζε η ταμπέλα με το όνομά του στα ελληνικά, ιδίως στη γωνία με τη Βίκτωρος Ουγκώ, όπου διασώζεται και η παλιά σφραγίδα με το όνομα του δρόμου σε μαύρα γράμματα, ηλικίας 50 ετών. Αλλά προς τη Φαβιέρου, στεκόμαστε να δούμε τα δύο ερείπια.

Είναι από την εποχή που όλοι αυτοί οι δρόμοι έσφυζαν από ζωή, με παιδομάνι στο γυμνό χώμα, με φαγητά στον φούρνο, με ψιλικατζίδικα και παντοπωλεία. Αυτά τα δύο σπίτια στη σειρά, Πουκεβίλ και Φαβιέρου, φέγγουν από μέσα το φως της Αττικής. Ασκεπή, πυρπολημένα, έχουν αφήσει ρόδινες τις μπορντούρες στις κάμαρες ψηλά, οι βροχές έχουν ξεπλύνει το χρώμα, έχουν ποτίσει τα άγρια χόρτα της Αθήνας, έχουν θεριέψει οι σκιές σε μέρη όπου άλλοτε δεν έφτανε το φως. «Εδώ είναι η οδός Πουκεβίλ, Φρανσουά», θα του έλεγα. Σε αυτά τα σπίτια έρχονταν τα γράμματα στο όνομά σου… Οδός Πουκεβίλ, Αθήναι.