ΠΟΛΗ

Τα «δίδυμα» μοντέρνα της οδού Μάγερ

capture--6

Υπάρχει αυτή η διαδρομή που αφήνεσαι να σε οδηγήσουν τα πόδια μόνα τους, γιατί είναι διαδρομή χωνεμένη με αυλακιές στο σώμα της Αθήνας. Φέρνουν με συνειρμό στο νου τις αρχαίες χαράξεις, την Κοίλη Οδό, αμαξωτούς δρόμους της μνήμης. Αγίου Κωνσταντίνου, ευθεία κάτω, Ακομινάτου δεξιά, Καρόλου, Μάρνη, Μάγερ… Είχα προσπεράσει μια σκηνή κατεδάφισης επί της Αγίου Κωνσταντίνου, στον αριθμό 42, ένα τριώροφο χτισμένο λίγο πριν από την Κατοχή, όχι από τα καλά, αλλά η αποκαθήλωσή του με σόκαρε.

Στην Αγίου Κωνσταντίνου είχα δει και άλλες κατεδαφίσεις στο παρελθόν, ένας δρόμος που ιδρύεται πλέον πάνω στην ιδέα της ανομοιογένειας και των αντιθέσεων. Οταν έστριψα Ακομινάτου μπήκα σταδιακά στην ενδοχώρα της πλατείας Βάθης, εκεί στη θερμή ζώνη της παλαιοαθηναϊκής αστικότητας. Αυτά τα δρομάκια πίσω από τη Λιοσίων είναι «ποτάμια» που κατεβάζουν τα απόνερα μιας Αθήνας μισοσβησμένης. Υπάρχει ένα νέο υβρίδιο, ένα κράμα παλαιάς και νέας ζωής, συμπλέουν ήσυχα αλλά το παλιό ηττάται διαρκώς, χωρίς ωστόσο να υπάρχει νικητής. Σιωπηλά βαδίζω στη μεγάλη οδό Καρόλου, που έχει όλα τα φόντα να είναι ένα εμπορικό μπουλβάρ, με σκιές από θεατρικές μαρκίζες και μπαλκόνια με γυναικεία βλέμματα. Νιώθω μια γεύση από τα μέσα του εικοστού αιώνα. Ερχονται μυρωδιές από χαρτί, σκόνη, ύφασμα και κλεισούρα. Στη Μάρνη, λοξοδρομώ αριστερά και πιάνω την οδό Μάγερ.

Αυτή η Αθήνα είναι βουτηγμένη σε ένα βάμμα που αλλάζει χρώμα ανάλογα την ώρα και τη διάθεση. Αυτό το αθηναϊκό εκχύλισμα αποκρυσταλλώνεται σε θερμά και ψυχρά υλικά, έχει πλαστικότητα, κοιλότητες και κόγχες.

Προσπαθώ να μεταφράσω όσα βλέπω: πολυκατοικίες μιας κάποιας ηλικίας, χτισμένες κατά μέσον όρο πριν από 55 χρόνια, κτίρια γραφείων από τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας, σκόρπια διώροφα μιας παρωχημένης μπελ επόκ και πολλά μεσοπολεμικά, από διακοσμημένα εκλεκτικιστικά υβρίδια, συχνά με μια άτεχνη φιλαρέσκεια, αλλά με συμπαθή γλυκύτητα, έως τα πιο αυστηρά και γεωμετρημένα μοντέρνα πριν από την Κατοχή, με την πατίνα μιας αρχαίας καινοτομίας. Ολα αυτά βάραιναν το βλέμμα, που κυλούσε και σε χάσματα κατεδαφίσεων, με ξεθωριασμένους μαιάνδρους σε ρόδινους τοίχους και με άγρια βλάστηση που κρατούσε ακόμη κάποια υγρασία μιας αργοπορημένης άνοιξης στη βαθιά γη της Αθήνας.

Στο βάθος δέσποζε το μεγάλο κτίριο του Εθνικού Ωδείου με την αύρα του Μανώλη Καλομοίρη, ναυαρχίδα της οδού Μάγερ, με αθέατες αυλές, διαδρόμους και ποτισμένες με στρώσεις του χρόνου αίθουσες. Διαγωνίως παλιά ξενοδοχεία, που ίσως τα προτιμούσαν εμπορικοί αντιπρόσωποι από το Ηράκλειο ή τη Λαμία στα 1938 και στα 1953, και ανάμεσα εκεί που βάδιζα, άστραψαν, στα δεξιά μου, οι δύο μεσοπολεμικές προσόψεις.

Εκεί, στο 12 της οδού Μάγερ, δύο μικρές πολυκατοικίες, κλειστές πια, με το στίγμα της απουσίας επιθυμίας για αυτές… πόσο ταπεινωτικό και ίσως άδικο, γι’ αυτά τα κάποτε μοντέρνα διαμερίσματα, που έφερναν τη φωτεινή ζωή του αύριο, έτσι όπως τη φαντάζονταν και τη λαχταρούσαν πριν από 80-85 χρόνια. Εκεί, στους παλιούς δρόμους, πίσω από τη Λιοσίων, όπου όλα συνυπήρχαν, και τα μπακάλικα, και τα δωμάτια για μια νύχτα, και οι μελωδίες από πιάνο που ξετυλίγονταν από αφανή σαλόνια…

Ηταν αυτή η αστικότητα της Αθήνας, βιωμένη ως το κόκαλο, συντετριμμένη από τον χρόνο. Την έβλεπα σαν πέτρωμα, σαν ορυκτό, σαν αυλαία με αρ ντεκό σχέδια, εκεί στις μεσοπολεμικές προσόψεις της οδού Μάγερ. Φαντάστηκα τα ρολά στα παράθυρα να σηκώνονται, τον ήλιο να απλώνει χρυσές λωρίδες στο παρκέ, μια γυναίκα να διαβάζει σε μια πολυθρόνα… Ηταν πιο αλήθεια από την αλήθεια.