ΠΟΛΗ

Το κορίτσι στο πάρκο

Το κορίτσι στο πάρκο

Εμφανίστηκε μπροστά μου ανάμεσα στις φυλλωσιές, σαν να είχε σαστίσει που με είδε. Είχα λοξοδρομήσει μέσα από το μικρό πάρκο του Ευαγγελισμού, άνοιγα δρόμο μέσα από τα παρτέρια και την ησυχία που φέρνει το πυκνό πράσινο (σαν το χιόνι), όταν κοντοστάθηκα μπροστά στο μικρό κορίτσι με το κανάτι.

Αυτό το άσημο γλυπτό, μία αθηναϊκή κόρη που βγήκε από τα χέρια του γλύπτη Αντώνη Σώχου (1888-1975), ξετύλιγε μια δική της ιστορία, σαν μια μικρή Αφροδίτη με τους ακάνθους να την τυλίγουν. Ηταν κακοποιημένη, ρυπαρή, είχαν ζωγραφίσει τα μάτια και τα φρύδια της, είχε αποκτήσει τατουάζ και μαγιό. Δύο μαύρες κουκκίδες ενείχαν θέση κόρης οφθαλμού και τα χείλη ήταν σκούρα σαν κεράσια του Ιουνίου.
Ωστόσο, το μικρό αυτό κορίτσι, σκονισμένο και αραχνιασμένο, σε μία στροφή του κήπου, κρυμμένο από τον αθηναϊκό ήλιο, χάρη στις πυκνές φυλλωσιές, είχε γύρω του ένα αόρατο πέπλο αθωότητας. Στην είσοδο της εφηβείας της, το κορίτσι του πάρκου διατηρούσε μια διαρκή υπόσχεση.

Σκέφτηκα πόσοι Αθηναίοι να γνωρίζουν την ύπαρξη αυτού του κοριτσιού, που μοιάζει με ταφικό μνημείο σε μια αφρόντιστη γωνιά ενός κενοτάφιου… Φέρνει στον νου ποιήματα της Αθηναϊκής Σχολής, ρωμαϊκά αντίγραφα και τη ρομαντική «Πηγή» του Ingres, μόνο που το κορίτσι του πάρκου κρατάει το κανάτι του διστακτικά, παιδιάστικα, στο πλάι του μηρού, και δεν το φέρει στον ώμο σαν τρόπαιο ή λάφυρο ερωτικής εξωστρέφειας. Γι’ αυτό έχει αυτή την ελκυστική αιδημοσύνη, ένα σπάραγμα αιώνιας εφηβείας μέσα στους αθηναϊκούς ακάνθους σαν σκορπισμένα κορινθιακά κιονόκρανα πεσμένα στη γη. Μου έφερε στον νου άλλα αγάλματα της Αθήνας, την «Εύα» στα Πατήσια, την «Ηπειρο» στην Τοσίτσα, τη «Μνήμη» στο Ζάππειο… Ενα μικρό περιδέραιο θηλυκών μορφών στην πίσω βιτρίνα της πόλης. Το «Κοριτσάκι» όμως του Ευαγγελισμού έχει κάτι ιδιαίτερο. Αναφύεται σαν ένα πέτρινο λουλούδι της αττικής γης, μοιάζει να είναι εκεί από πάντα, σαν να έχουν σταθεί μπροστά του γενιές Αθηναίων, νέοι που πέθαναν νωρίς ή νέοι που δεν μεγάλωσαν ποτέ. Κατά μία έννοια, η θλιβερή εγκατάλειψη αυτού του γλυπτού έρχεται σε μια γόνιμη αντίθεση με την ανθοφορία της άνοιξης, μύριζε χώμα ολόγυρα, υγρό γρασίδι, ένιωθες τα λουλούδια των ακάνθων να διεκδικούν χώρο στον αέρα όπως ψήλωναν σαν λόγχες. Και το κορίτσι, στη μέση, σαν ένας πρωτομάρτυρας που υπομένει με αξιοπρέπεια τη μήνι των εθνικών, στέκει σαν ένας μίσχος με το κανάτι του γεμάτο νερό. Η στέρνα είναι ξερή, φαντάζεται όμως κανείς νούφαρα σαν σε πίνακα προραφαηλιτών, ακούει κρώξιμο βατράχων και νιώθει σμήνη από σκνίπες.

Καθώς άφηνα πίσω μου το κορίτσι του πάρκου, στρίβοντας για την όμορφη οδό Γενναδείου με τις πυκνές πρασιές της, το έφερνα στο μυαλό μου μέσα στον δικό του μικρόκοσμο. Θα μπορούσε να έχει βρύα, εξωτικά πουλιά και ήχους σκοτεινού δάσους, αλλά αυτός ο μικρόκοσμος ήταν δύο βήματα από τη Βασιλίσσης Σοφίας και το Χίλτον. Ηταν κάτι αυθύπαρκτο, ένα θραύσμα από ένα μωσαϊκό που χωράει τον κόσμο τον ρεαλιστικό και τον κόσμο της φαντασίας και τους γυρίζει μαζί σε μία δίνη. Αφησα το κορίτσι στον πράσινο θόλο του, σαν σε μια φωλιά από λυγερές βέργες, και ανηφόρισα για τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Πίσω μου άκουγα τη βοή του μεγάλου δρόμου.