ΠΟΛΗ

Ανάγκη ιεραρχίας στα μουσεία

Ανάγκη ιεραρχίας στα μουσεία

Τα περισσότερα μεγάλα δημόσια μουσεία της Αθήνας αντανακλούν την προσωπικότητα του διευθυντή ή του προέδρου τους. Λέμε Πινακοθήκη και το μυαλό μας πάει αμέσως στη Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα. Το ίδιο συμβαίνει με το Μουσείο Ακροπόλεως και τον Δημήτρη Παντερμαλή, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και την Αννα Καφέτση κ.ο.κ.

Είναι φυσικό. Ολοι ανεξαιρέτως οι προαναφερθέντες έδωσαν μάχες και αφιέρωσαν όλη τους την ενέργεια για τη σωστή λειτουργία και την επίλυση καίριων προβλημάτων, έχοντας να αντιμετωπίσουν συχνά τεράστια εμπόδια στις συναλλαγές τους με την πολιτεία. Η ταύτιση ανάμεσα στον επικεφαλής και τον θεσμό είναι αναμενόμενη (και ώς ένα μεγάλο βαθμό θεμιτή), καθώς είμαστε μια κοινωνία που λειτουργεί προσωπαγώς. Επίσης, αν γνωρίζει κανείς τις δυσκολίες της γραφειοκρατίας, τίποτα δεν γίνεται αν η ηγεσία δεν αποκτήσει συγκεντρωτικό χαρακτήρα.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, με την κατάρρευση του κρατικοδίαιτου μοντέλου στον πολιτισμό, γίνεται φανερό ότι ο διευθυντής που είναι «άνθρωπος – ορχήστρα» θα χρειαστεί και μια σειρά από έμπειρα, έμπιστα, καταξιωμένα στελέχη που θα κρατήσουν στους ώμους τους τους «δεύτερους ρόλους». Αυτοί που θα βγουν να ζητήσουν χορηγίες, θα οργανώσουν και θα προβάλουν την εικόνα του μουσείου στο εξωτερικό, θα το εκπροσωπήσουν στους Συλλόγους Φίλων και Μελών. Και εκεί δυστυχώς εμφανίζεται ένα κενό, καθώς κανείς δεν ήταν μαθημένος να λειτουργεί έτσι.

Από εδώ και στο εξής, όλοι οι επικεφαλής πρέπει να θυμούνται ότι ανάμεσα στα καθήκοντά τους είναι να «φτιάξουν» τη διαδοχή τους και μια ικανή ιεραρχία ανθρώπων που να μπορούν να διαχειριστούν με επάρκεια μια σειρά επιμέρους καθηκόντων, όπως προσπαθούν να κάνουν εδώ και κάποιο διάστημα τα ιδιωτικά μουσεία.