ΠΟΛΗ

Αναλύοντας το ολλανδικό «φιλότιμο»

Αναλύοντας το ολλανδικό «φιλότιμο»

Δ​​εν ξέρω από ποια πόλη στέλνω γράμμα, όπως «επιτάσσει» αυτή η στήλη της «Κ». Κάθε επίσκεψη στο Αμστερνταμ είναι μια σύγκρουση μεταξύ της αναβίωσης εμπειριών, έχοντας ζήσει εκεί, και της πραγματικότητας της πόλης μου σήμερα, της Αθήνας. Η τελευταία μου επίσκεψη ήταν τόσο σύντομη, όσο ακριβώς χρειαζόταν για να μην καλύψει το παρελθόν τα πάντα – και να μείνει καθαρό το παρόν.

Στο αεροπλάνο ακούω τους διπλανούς μου να λένε πως η ολλανδική αστυνομία είναι πολύ αυστηρή. Φτάνοντας στην πόλη, σαν να φάνηκε –πιο καθαρά από ποτέ– ο λόγος που συμβαίνει αυτό: διότι οι Ολλανδοί, μέσω του νόμου, έχουν την απόλυτη ατομική ελευθερία, αφού εκείνος τούς την παρέχει, ρυθμίζοντας ταυτόχρονα τα όριά της όσον αφορά την κοινωνική ζωή. Ετσι, κάθε παράβαση σημαίνει την καταπάτηση της ελευθερίας του Αλλου, που είναι η κοινωνία στην οποία υπάρχεις απολύτως ελεύθερα.

Οι Ολλανδοί έχουν μια μάλλον παράδοξη, για τα ελληνικά δεδομένα, αντίληψη της καλής κοινωνικής συμπεριφοράς: θεωρούν, κατά τα φαινόμενα, ότι αυτή η συμπεριφορά θα τους επιστραφεί ως ατομική ελευθερία.

Εδώ, ίσως, εντοπίζεται το ολλανδικό «φιλότιμο»: προσφέρω στο δημόσιο διότι θέλω να διατηρήσω το ατομικό. Αυτό θα το ονόμαζε κανείς προτεσταντική ηθική, αλλά οι Ολλανδοί είναι κάτι πέρα από αυτό· είναι ένα σύνολο πολιτών που αναζητεί διαρκώς τρόπους και διεξόδους να δημιουργήσει, δουλεύοντας, αφού είναι λαός αυστηρός με το ωράριό του. Είναι ένας καπιταλισμός που λειτουργεί.

Κι είναι, βέβαια, κι εκείνη η ψαλίδα ανάμεσα στο Αμστερνταμ και την Αθήνα που μεγαλώνει ανεπαίσχυντα. Αν στο πρόσφατο παρελθόν η Αθήνα έτρεχε ιδρωμένη πίσω από τις δυτικές μητροπόλεις, πρέπει να της αποδοθεί τουλάχιστον το εύσημο –ή το ελαφρυντικό– της προσπάθειας. Σήμερα, όμως, η ελληνική πρωτεύουσα μοιάζει κουρασμένη, ενώ η ολλανδική ομόλογή της προσπαθεί να δημιουργήσει ανάμεσα σε λαούς εξαντλημένους.

Αυτό, προφανώς, δεν είναι ανώδυνη δουλειά. Σημαίνει, σχεδόν αναπόφευκτα, την ομφαλοσκόπηση, την περιδίνηση στον εαυτό. Ισως έτσι πρέπει να κατανοήσουμε την αμηχανία και, φορές φορές, και τη σκληρότητα του ευρωπαϊκού Βορρά μπροστά στην προσφυγική τραγωδία – δίχως να είμαστε υποχρεωμένοι και να τη δικαιολογήσουμε.

Το Αμστερνταμ, σήμερα, μοιάζει λιγάκι κλειστοφοβικό. Είναι τόσο διαφορετικό από τις πόλεις της κρίσης, ώστε καταντά φοβισμένο. Το «φοβισμένο» ενδεχομένως αδικεί την ολλανδική πραγματικότητα· ίσως απλώς η διατήρηση της ατομικής ελευθερίας σημαίνει αυτόχρημα τη μετατροπή της σε αυτοσκοπό. Δεν πουλάνε –πόσω μάλλον αγοράζουν– φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Ασφαλώς, αυτού του είδους η «ειλικρίνεια» δεν είναι αυταξία· πρέπει, φαντάζομαι, να συνοδεύεται από την ευγένεια. Κι αυτό είναι ένα ανυποχώρητο οχυρό των Ολλανδών, που μοιάζει να κρατάει γερά μέχρι σήμερα και προσπαθεί να εγκλιματιστεί στο νέο τοπίο, όπου καθετί έως τώρα δεδομένο τίθεται εν αμφιβόλω – έτσι εξαντλούνται οι πολίτες.

Δεν θέλω να αδικήσω τους «δυστυχείς» εμάς ούτε τους «ευτυχείς» εκείνους. Το Αμστερνταμ, ωστόσο, είναι πάντα το πραγματωμένο ρητό «ο θεός έφτιαξε τον κόσμο και οι Ολλανδοί την Ολλανδία».