ΠΟΛΗ

Ανώνυμες ιστορίες της οδού Βάκχου

3--8

Α​​νεβαίνοντας την οδό Θρασύλλου, στο πλάι του Θεάτρου του Διονύσου, είχα προχωρήσει λίγα μόνο βήματα από την κοσμοσυρροή του Μουσείου της Ακρόπολης, αλλά ήδη βρισκόμουν μακριά. Σε έναν τοίχο δεξιά, δίπλα στην αυλόπορτα ενός ταπεινού σπιτιού, ο σοβάς είχε σκάσει και έδινε ανάγλυφο το παλίμψηστο με αυλακώσεις χρωμάτων.

Θύμιζε λίγο βραχογραφία, αλλά ήταν εκείνα τα κοραλλένια ρυάκια μέσα στην ώχρα με πιτσιλιές γαλάζιου ουρανί, δίπλα σε αυλακώσεις από γκρίζο τσιμέντο και σε φέτες από φαιά πέτρα, που σχημάτιζε μια δίνη ύλης. Σε τραβούσε εκείνο το ίχνος, που είχε μια υπόγεια δύναμη πάνω στον ξεφτισμένο τοίχο ενός απλού σπιτιού. Η Θρασύλλου έχει απλότητα γήινη και μαζί έχει κάτι απόκοσμο και διονυσιακό. Υπάρχει ευγένεια και τραχύτητα όπως ίσως θα ήταν σε μια λαϊκή γειτονιά της κλασικής Αθήνας.

Ανεβαίνεις τη Θρασύλλου και αρχίζεις να αφήνεις πίσω τα μικρά και τα επίγεια. Είναι λίγα, μόνο, μέτρα, αλλά αν βαδίσεις μέσα στους ατμούς της σκέψης, ο δρόμος μοιάζει μακρύς. Ηξερα ότι σε λίγο θα έβρισκα τη γαλήνια οδό Βάκχου, ένα τόσο δα δρομάκι που βγάζει στη θορυβώδη Βύρωνος. Ηξερα ότι ήταν λίγα βήματα στον ρυθμό μιας κλίμακας χαμηλής όπου μπορούσες να ακούσεις τον σοβά να σκάει στον ήλιο. Ενιωθες το φύλλο να κιτρινίζει. Κλώνοι δέντρων, ίσως και φανταστικοί, σχημάτιζαν αλέα. Στη στροφή της Θρασύλλου προς τη Βάκχου νιώθει κανείς σαν ρίγος το ίχνος της πόλης που ζει σε αφάνεια. Αναπόφευκτα και για ακόμη μία φορά έφερα στον νου εκείνους που είχαν περπατήσει με μια παρόμοια ματιά και είχαν απλώσει βλέμματα ικετευτικά, βλέμματα διερευνητικά.

anonymes-istories-tis-odoy-vakchoy0

Η οδός Βάκχου μου φέρνει ανεπαίσθητα μνήμες που χάνονται στον ρομαντισμό της φαντασίας και νομίζω ότι βλέπω εκείνο το παράσπιτο στην αυλή, χωμένο σε μια κόγχη του δρόμου. Το σπίτι που βλέπω στην πραγματικότητα έχει δύο παράθυρα με παντζούρια χωρίς γρίλιες, μόνο με μάνταλα, και μοιάζει τόσο παλιό που σκέφτομαι ότι έτσι θα γεννήθηκε… παλιό, γεμάτο εμπειρίες. Είναι ίσως ένα από τα πιο παλιά σπίτια. Μοιάζει εσωστρεφές, σαν να κρατάει τα μυστήρια ενός αθέατου κήπου με παράξενα πουλιά. Υπάρχει μια μυσταγωγία, στο όριο μιας παγανιστικής αλληγορίας και μιας παπαδιαμαντικής ανάμνησης.

Είναι φορές που φέρνω στον νου κάποιους Αθηναίους που πάσχισαν γι’ αυτήν την πόλη. Οπως τη Λίζα Μιχελή. Είχα στα χέρια μου κρατήσει και πάλι το δικό της βιβλίο, την «Αθήνα των Ανωνύμων», ένα βιβλίο του 1990, που ιχνηλατεί την Αθήνα που ξεθωριάζει πίσω από την επίσημη ιστορία. Τη σκέφθηκα τη Λίζα Μιχελή μπροστά στο σπάραγμα αυτού του φτωχόσπιτου της οδού Βάκχου, που έστεκε τόσο αυτοτελές, τόσο αυθύπαρκτο, τόσο συγκινητικά μικρό, τόσο σημαντικά απλό. Ενιωθα τα θροΐσματα του χρόνου και τα κλαριά των δένδρων που κινούνταν αθόρυβα. Ηταν μία στιγμή μύησης.

Αυτό το σπίτι της οδού Βάκχου θα ήταν ήδη ένα παλιό σπίτι όταν μετά τους Βαλκανικούς, οι παλιοί Αθηναίοι νοσταλγούσαν τα χρόνια της καντάδας. Ηταν παλιό τόσο όσο και οι παλιές πέτρες που εξείχαν κάποτε σαν αγκωνάρια στους χωμάτινους δρόμους, παλιό σαν μια οικογενειακή αφήγηση, παλιό σαν ένα ξύλο στην αυλή. Ηταν ένα όστρακο της Αθήνας, σχεδόν άχρονο πλέον, αφού κανείς ζωντανός δεν θυμάται πότε χτίστηκε.

Το κοιτούσα και σκεφτόμουν ότι μέσα σε αυτό, όπως και σε πολλά ακόμη σπιτάκια στην Πλάκα και σε άλλες γειτονιές, μεγάλωσαν παιδιά που θα διάβαζαν τα μαθήματά τους στην κουζίνα. Σκέφτηκα τις εκδοχές της πόλης και ότι τώρα, ελάχιστα βλέμματα θα σταματούσαν να ρίξουν μια ματιά στο σπίτι αυτό της οδού Βάκχου.