ΠΡΟΣΩΠΑ

Ενα εικοσιτετράωρο με τον συγγραφέα Πάνο Τσίρο

Ενα εικοσιτετράωρο με τον συγγραφέα Πάνο Τσίρο

06.00
Ξυπνάω πάντα μισή ώρα πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Δεν σηκώνομαι, μένω ξαπλωμένος, σκέφτομαι στο σκοτάδι. Ισως το μοναδικό μισάωρο που είμαι πραγματικά μόνος με τον εαυτό μου. Ενώπιος ενωπίω.

06.30
Σηκώνομαι. Η πρώτη κίνηση να βγει το παπαγαλάκι της Ειρήνης στο μπαλκόνι. Υστερα να σηκωθούν τα παιδιά. Η Ειρήνη ζητάει πάντα δύο λεπτά ακόμα, ο Βασίλης γκρινιάζει, θέλει τη μητέρα του. Ετοιμάζω τα πρωινά μικρών και μεγάλων. Ελληνικός για μένα και μόνο μια φρυγανιά με μέλι και βούτυρο, δεν μπορώ ποτέ να φάω περισσότερο όταν είναι εργάσιμη μέρα.

08.30
Μπαίνω στην τάξη. Η τάξη έχει συγκεκριμένους κανόνες, χρειάζεται προετοιμασία, μέθοδο. Είναι όμως και ζωντανό ον, έχει απρόβλεπτες στιγμές, διαθέσεις. Κάποιες φορές πρέπει να είσαι έτοιμος για το απρόβλεπτο, να την αφήσεις να αναπνεύσει, πρέπει να αυτοσχεδιάσεις. Ο αυτοσχεδιασμός είναι βασικό στοιχείο στην τάξη, όσο και η μέθοδος. Επίσης χρειάζεται αφήγηση. Εχω παρατηρήσει ότι, όταν αφηγούμαι ιστορίες, τα παιδιά ακούν χωρίς να νιώθουν την υποχρέωση να ακούσουν. Το ίδιο συμβαίνει και με τους μεγάλους. Η αφήγηση μαλακώνει τα πράγματα, με την απουσία της αφήγησης είναι που στεγνώνει σιγά σιγά ο κόσμος.

16.00
Επιστροφή στο σπίτι. Περίεργη είναι η αίσθηση ότι με υποδέχονται τα παιδιά μου – όπως κάποτε εγώ περίμενα τους γονείς μου. Σε τέτοιες απλές καθημερινές στιγμές συνειδητοποιώ το πέρασμα του χρόνου. (Οπως καμιά φορά που κοιτάς τα χέρια σου, και μόνο εσύ τα βλέπεις ακόμα νέα.) Υστερα φαγητό και ελάχιστη συζήτηση, μιλούσα έτσι κι αλλιώς πέντε με έξι ώρες στο σχολείο. Τριάντα λεπτά ξεκούραση στον καναπέ. Εργασία για το σχολείο, προετοιμασία, διόρθωμα, χαρτιά παντού. Επιλογή των ιστοριών που θα αφηγηθώ την επόμενη μέρα, γιατί είπαμε, χωρίς την αφήγηση καίγεσαι.

20.00
Προετοιμασία των παιδιών για ύπνο. Διάβασμα παραμυθιού στην Ειρήνη, μου ζητάει και δεύτερη ιστορία, γίνεται μια κάποια διαπραγμάτευση. Συνήθως κερδίζει. Υστερα τα παιδιά κοιμούνται και αρχίζει ο προσωπικός μου χρόνος. Λογοτεχνία γράφω σπάνια, είμαι αυτό που λέμε ολιγογράφος. Γράφω χωρίς πρόγραμμα. Οταν προκύψει ότι πρέπει να γράψω, όταν δηλαδή εκδηλωθεί αυτή η ανάγκη, παρατάω οτιδήποτε άλλο και αφιερώνομαι στην ιστορία. Γράφω πυρετωδώς, χωρίς παύση, με μια ανάσα που λένε οι αθλητές των εκατό μέτρων. Τελειώνω μια πρώτη μορφή του διηγήματος μέσα σε λίγο χρόνο, συνήθως δύο με τρεις ώρες. Σαν να φεύγει ένα βάρος από πάνω μου. Το γράψιμο για μένα είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λύνεται, ένα άχθος που πρέπει να ξεφορτώνεται. Μια κατασκευή που πρέπει να ολοκληρώνεται όσο πιο γρήγορα γίνεται. Και να είναι λειτουργική. Μετά αρχίζουν οι διορθώσεις και συνήθως παίρνουν πολύ χρόνο. Ζυγίζεις ακόμα και τη λέξη. Αφαιρώ κυρίως. Αλλά μόνο αυτές που πρέπει, αυτές που περισσεύουν. Είναι σαν τις κλωστές ενός φορέματος, πρέπει να αφαιρέσεις τις σωστές, κάποιες αν τις τραβήξεις μπορεί να καταρρεύσει όλο το σύστημα.

Οταν δεν γράφω βλέπω ταινίες. Δηλαδή παλιότερα έβλεπα ταινίες, τελευταία διαπιστώνω ότι βαριέμαι τον κινηματογράφο. Σε αντίθεση με την ανάγνωση λογοτεχνίας. Προτιμώ την κλασική. Εχω βαλθεί να διαβάζω ό,τι κλασικό μυθιστόρημα δεν είχα την υπομονή να διαβάσω νέος. Το καλοκαίρι ήταν ο «Κόμης Μοντεχρίστο», η «Μαντάμ Μποβαρύ», η «Παναγία των Παρισίων». Αυτή την περίοδο είναι οι «Αθλιοι». Κάθε βράδυ, όταν ανοίγω τους «Αθλίους» σβήνει κάθε ίχνος της εξωτερικής πραγματικότητας:

22.30
«…Η μικρή Τιτίκα, το κορίτσι χωρίς μητέρα, που την εκμεταλλεύονται οι Θερναδιέροι και τη βάζουν όλη μέρα να κάνει τις δουλειές. Και τη νύχτα τη στέλνουν στο δάσος να φέρει νερό. Το κορίτσι φοβάται και μόλις περνάει και το τελευταίο σπίτι και αντικρίζει μπροστά το σκοτεινό δάσος γυρνάει πίσω. Οταν όμως φτάνει στην ταβέρνα καταλαβαίνει ότι θα τη χτυπήσουν που γύρισε χωρίς νερό. Ξαναγυρνά στο δάσος. Κοιτάει τις απειλητικές σκιές, τους μυστήριους ήχους, τον αέρα. Βάζοντας το κεφάλι κάτω με μισόκλειστα τα μάτια και σφίξιμο στην καρδιά περπατάει στο σκοτάδι. Φτάνει στην πηγή, γεμίζει τον κουβά, κάνει μεταβολή. Σκιές, φαντάσματα, φωνές από πίσω της και ο βαρύς κουβάς που δεν μπορεί να σηκώσει άλλο. Από την άλλη πλευρά μέσα στο σκοτάδι έρχεται ο Γιάννης Αγιάννης που βλέπει το κοριτσάκι. Το πλησιάζει και παίρνει απαλά από τα χέρια του τον κουβά. Το κορίτσι δεν ξαφνιάζεται, δεν φοβάται, ούτε καν αναρωτιέται ποιος είναι ο άγνωστος που τη βοηθάει. Τον δέχεται απλά όπως δέχεται τον φύλακα άγγελο που έρχεται να την προστατέψει…». (Οπως είπε ένας φίλος: Θέλω να διαβάζω λογοτεχνία και θέλω να γράφω λογοτεχνία. Αν όμως κάποιος με πίεζε να διαλέξω μόνο ένα από τα δύο, θα έλεγα να διαβάζω. Και να μιλάω γι’ αυτήν.)

Το βιβλίο του Πάνου Τσίρου με τίτλο «Η μοναξιά των σκύλων» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη.