ΠΡΟΣΩΠΑ

Ενα εικοσιτετράωρο καραντίνας με την επιμελήτρια βιβλίων Ελένη Μπούρα

Ενα εικοσιτετράωρο καραντίνας με την επιμελήτρια βιβλίων Ελένη Μπούρα

08.15
Πρωινό ξύπνημα την ίδια ώρα. Λέω την ίδια ώρα, γιατί την προηγούμενη βδομάδα –την πρώτη της καραντίνας– έκανα αυτό που νόμιζα ότι είχα στερηθεί στην καθημερινότητά μου, δηλαδή να κοιμάμαι αργά, να ξυπνάω αργά, και μες στη μέρα να προσπαθώ να κάνω τα πάντα: Τηλεργασία, δουλειές του σπιτιού, επικοινωνία με την ευρύτερη οικογένεια, τους φίλους, προμήθειες… Δεν έβγαινε όμως. Το πρόγραμμα σώζει ζωές. Ακόμα κι από τον κορωνοϊό!

Πρώτη δουλειά: στο δεξί ο καφές, στο αριστερό το iPad –έχει γίνει προέκταση του χεριού μου!– ειδησεογραφία, mail, FB. Πού βρισκόμαστε σήμερα; Η Σοφία απ’ τη Θεσσαλονίκη πρώτη πρώτη στέλνει την καλημέρα της.

09.00
Αφήνω το iPad και πιάνω τον υπολογιστή. Eχουν παγώσει όλα στη δουλειά, αλλά ο υπολογιστής μου έχει βιβλία που πρέπει να επιμεληθώ. Ανάσταση! Δουλεύω ένα ψυχολογικό θρίλερ τώρα. Βρίσκω τον ρυθμό μου, ξέρω τι πρέπει να κάνω.

12.00
Δεύτερος καφές και επιστροφή στην αγαπημένη μου θέση, δουλεύω… Eχω παρατηρήσει ότι στο αριστερό μου μάτι τρέχει ένα σκουπιδάκι ανεξέλεγκτα. Κάτι κακό είναι αυτό για τα μάτια μου! Οι φόβοι μου θεριεύουν. Δεν μπορώ να πάω στον οφθαλμίατρο τώρα. Θα τα χάσω κάποια στιγμή τα μάτια μου, το ξέρω. Η τυφλή επιμελήτρια. Eχω ζητήσει από τον ασφαλιστή μου να τα ασφαλίσω. Γελάει κάθε φορά. Γελάω κι εγώ τώρα. Δε βαριέσαι, ας είναι μόνο ένα σκουπιδάκι…

Δεν θα βγω για προμήθειες σήμερα, βγήκα χθες. Στον μανάβη μπήκα μόνη μου, αφού περίμενα να φύγει ο προηγούμενος. Γελάμε: «Τάσο» του λέω «είσαι σαν τρομοκράτης». «Τι να κάνω! Οι μισοί δεν προσέχουν καθόλου». Φοράει την κουκούλα του φούτερ, μάσκα και μαύρα γάντια. Κι εκεί που είμαι μπροστά στις πατάτες, νιώθω πίσω μου να πλησιάζει μια κυρία, έντρομη κρατάω την αναπνοή μου, χώνομαι μέσα στο μπουφάν, και απομακρύνομαι. Με κοιτάει απαξιωτικά. Θέλω να της πω: «Πόσο να κρατήσω, κυρία μου, την αναπνοή μου;». Από βλακεία θα πάμε χαμένοι. Και το θρίλερ αρχίζει με την επιστροφή στο σπίτι. Ανέβασμα σκάλας – δεν μπαίνω στο ασανσέρ. Πέντε όροφοι. Βγάζω παπούτσια έξω, μπουφάν, τρεχάλα στη βεράντα. Αφήνω τα ψώνια. Θα τα καθαρίσω όλα, με ντετόλ. Εμένα το ντετόλ κι η χλωρίνη θα με «καθαρίσουν». Και γραμμή στο μπάνιο. Παίρνει πολλή ώρα αυτή η διαδικασία. Οπότε σήμερα έχω κερδίσει αυτή την ώρα.

14.00
Φαγητό. Ενώ θέλω να πιστεύω ότι είμαι καλή μαγείρισσα, δεν πολυέχω κέφι για μαγειρικές. Κάτι γρήγορο και εύκολο. Το βράδυ θα μαγειρέψω. Η σιέστα ήταν κάποτε όνειρο απατηλό. Τώρα σιέστα σημαίνει διάβασμα «εξωσχολικό» για μένα. Oταν έφυγα από το γραφείο την προηγούμενη Πέμπτη, 12 Μαρτίου, μην ξέροντας πότε θα επιστρέψω, άρπαξα τη «Βαλκανική Τριλογία» της Ολίβια Μάνινγκ. Σκέφτηκα: να ένα χορταστικό βιβλίο, δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει! Δικαιώθηκα. Διαβάζω και βυθίζομαι στην εποχή της, 1939, δύσκολες εποχές! Και όσο διαβάζω για την αβεβαιότητα εκείνης της εποχής και την καθημερινότητά τους παρηγοριέμαι πως η ανθρωπότητα πέρασε και θα περάσει λογιών λογιών δυστοπίες, και θα επιβιώσει.

Και μετά σκέφτομαι την Αλκη και την «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα». Δεν έχω συνειδητοποιήσει ότι η Αλκη «έφυγε» για πάντα. Θα ξαναδιαβάσω την περιπέτεια της Αλκης για να πάρω κουράγιο. Η Αλκη ούτως ή άλλως πάντα μου έδινε κουράγιο.

18.00
Το ραντεβού μας με τον κύριο Τσιόδρα και τον κύριο Χαρδαλιά. Το καθημερινό μας παυσίπονο. Παρ’ όλα αυτά, με λούζει κρύος ιδρώτας, ο λαιμός μου ξεραίνεται, έχω όλα τα συμπτώματα. Το τηλέφωνο χτυπάει. Μιλάω με τις μαμάδες, ψύχραιμες είναι, μιλάω με φίλους. Δεν έχω μιλήσει πιο πολύ στο τηλέφωνο όσο αυτές τις μέρες. Τα αστεία και οι εξυπνάδες πέφτουν βροχή: «Αρμαγεδδών, Ηλία μου, με δύο δέλτα», λέω η σπασίκλα, ενώ δίπλα μου η φωνή του κυρίου λέει: «Με τρία γάμα έπρεπε να γράφεται». Ακούει «Soul Makossa», Manu Dibango, «έφυγε» κι αυτός από κορωνοϊό.

20.30
Η ωραία ώρα της προετοιμασίας του βραδινού και μετά Σειρά. Αγιο Netflix! Ενώ πριν διαλέγαμε σειρά με λίγα επεισόδια, τώρα το ρίξαμε στα βαριά. Αν δεν έχει τουλάχιστον οκτώ κύκλους, δεν παίζει.

0.00
Στοπ καρέ. Ή υπάρχει πρόγραμμα ή δεν υπάρχει. Για μένα όμως the night is young! Διάβασμα στον καναπέ. Η απόλυτη ησυχία. Βγαίνω στο μπαλκόνι.

Δεν πάω με κακές σκέψεις για ύπνο. Σε όλο τον κόσμο υπάρχουν αυτή την ώρα κάποιοι σαν και μένα στο μπαλκόνι τους. Πόσο με παρηγορεί. Σκέφτομαι κάποιον στη Νέα Υόρκη, στον ουρανοξύστη του, να έχει αφήσει κι αυτός το βιβλίο του στον καναπέ και να ατενίζει την πόλη του. Μένουμε όλοι στο σπίτι!

Η κ. Ελένη Μπούρα είναι υπεύθυνη ελληνικής πεζογραφίας στις εκδόσεις Μεταίχμιο.