ΠΡΟΣΩΠΑ

Ενας κανένας, που μας σεργιανά


Ενας κανένας, που μας σεργιανά

enas-kanenas-poy-mas-sergiana0
Ο Μανώλης Ρασούλης πήρε λέξεις
ατραγούδιστες και άλλοτε κοροϊδεύοντας άλλοτε φιλοσοφώντας τις
έκανε δικές μας

Της Γιωτας Συκκα


«Γυφτιά»; Μα επιτρέπεται σε τίτλο δίσκου τέτοια λέξη; Καλά καλά,
ούτε στα δημοσιογραφικά γραπτά δεν πέρναγε στις αρχές της δεκαετίας
του ’80. Ούτε αυτή ούτε πολλές άλλες που ξεστόμιζε ο κόσμος, όταν
κουβέντιαζε, πονούσε ή γελούσε. Ο Μανώλης Ρασούλης με αυτές ακριβώς
τις λέξεις και με τα πιο γνήσια συναισθήματα κέντησε τραγούδια που
ήταν σύγχρονα, τολμηρά, αλλά και άμεσα, λαϊκά. Τσιμπολόγησε από την
παράδοση του Τσιτσάνη ώς τον ευρωπαϊκό σουρεαλισμό για να αφηγηθεί
με χιούμορ και ζωντάνια ιστορίες του πιο αγνού μεταπολιτευτικού
ψυχισμού.

Οι στίχοι του Ρασούλη ήταν γεμάτοι από ζωή ακόμη κι όταν
μιλούσαν για τον θάνατο. Σε μια εποχή που το πολιτικό τραγούδι
υποχωρούσε στα κομματικά στερεότυπα, εκείνος ανέστησε την
ανυπότακτη λαϊκότητα και καθρέφτισε την ελπίδα του καινούργιου.
Τίμησε την καθημερινότητα και ύμνησε γενναιόδωρα τον έρωτα μακριά
από την αισθηματολογία. Στις ιστορίες του, το προσωπικό απηχεί και
το κοινό και το αντίθετο. Γιατί αυτή την κοινωνία προσδοκούσε: την
κοινωνία ενός υπερβατικού ουμανισμού.

Η «Εκδίκηση της Γυφτιάς» ήταν η πρώτη του δισκογραφική δουλειά.
Εγραφε τα τραγούδια με τον Νίκο Ξυδάκη όταν τους βρήκε ο Νίκος
Παπάζογλου και του ζήτησε να γράψει κι εκείνος μουσική. «Μου
περίσσευαν», αυτοσαρκαζόταν συχνά ο Ρασούλης και ευτυχώς ενέδωσε.
Λίγες ημέρες μετά, το τραγούδι δόθηκε έτοιμο: «Κύριε διευθυντά των
δίσκων /έχω νέο υλικό/ να βγω να το τραγουδήσω/ ίσως και τη
μεταπείσω/ στα κανάλια να το πω».

Ομως χρειάστηκαν έξι δύσκολοι μήνες για να ανταποκριθεί το
κοινό. Οι περισσότεροι ειδικοί, αμήχανοι και καχύποπτοι απέναντι σε
αυτό τον περίεργο ήχο και στίχο που γεννιόταν, υποτίμησαν τον
δίσκο. Οσο για τον Αλέκο Πατσιφά, ήταν ενοχλημένος. Του υποσχέθηκαν
επιτυχία αλλά δεν την έβλεπε.

Μισό χρόνο αργότερα, τα πράγματα άλλαξαν. Τα τραγούδια «Τρελή κι
αδέσποτη», «Μη μ’ αποκαλείς τεμπέλη», «Μετανάστης στην αγκάλη σου»
άρχισαν μαζί με τα υπόλοιπα του δίσκου να ανακαλύπτονται από τον
φοιτητόκοσμο. Τα νέα παιδιά που δεν άντεχαν άλλο το βάρος του
καθωσπρεπισμού και την ιδεολογική πόζα του έντεχνου αναζητούσαν
νέες διεξόδους. Αλλωστε, το «τραγούδι της κουλτούρας», όπως έγραφε
τότε ο Διονύσης Σαββόπουλος, «γίνεται συνεχώς και πιο άχαρο,
περιγράφει τις πραγματικότητες, καθόλου δεν τις εκφράζει». Ο κόσμος
ήθελε αλλαγή και στον ήχο και στον λόγο, ελευθερία και
απλότητα.

Ηταν η πρώτη καινούργια ισχυρή λαϊκή φλόγα. Υστερα ήρθαν τα
«Δήθεν», «Τα τραγούδια της Χαρούλας» με τις λαϊκές μελωδίες του
Μάνου Λοΐζου, «Οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει» του
Χρήστου Νικολόπουλου που έγινε ο ύμνος των ερωτευμένων, «Με τα φώτα
νυσταγμένα και βαριά», στις στροφές του οποίου συναντήθηκαν λαός
και… Κολωνάκι.

Ο Μανώλης Ρασούλης δεν ήταν ο πιο εύκολος συνεργάτης, αλλά τότε
έγινε περιζήτητος. Η θεματολογία των τραγουδιών του, ο πλούσιος
ψυχισμός τους, η φυσικότητα του λόγου του απελευθερωμένη από
ιδεολογικά στερεότυπα, ποτισμένη με χιούμορ, σταράτη λαϊκότητα αλλά
και αναπάντεχες λόγιες αναφορές και σουρεαλιστικές αποστροφές,
δικαιολογούσαν το φλερτ όλων των πλευρών του τραγουδιού. Το
προσωπικό του ύφος το ήθελαν πολλοί στους δίσκους τους, οι
εταιρείες που παλιά δυσανασχετούσαν τώρα τον ζητούσαν, όπως και
κάποιοι αλλοτινοί «εχθροί», κι εκείνος -αν και πάντα παραπονιόταν
ότι κακοπληρωνόταν κι ότι οι άλλοι κέρδιζαν απ’ αυτόν- επέμενε να
αρνείται. Αγύριστο «κρητικό κεφάλι» καμάρωνε. Εδινε τους στίχους
του όπου ήθελε και κυρίως σε εκείνους που εκτιμούσε. Μονόχνωτος σε
μερικά ζητήματα σαν τον Ακη Πάνου (τον ξεχώριζε μαζί με τον Στέλιο
Καζαντζίδη), ακολουθούσε τη δική του πορεία στο περιθώριο, ανάμεσα
σε δίκες, κόντρες, καβγάδες αλλά σταθερές θέσεις.

Μαρξιστής και ινδουιστής, σόκαρε πολλούς εκείνα τα χρόνια όταν
δήλωνε πως η κόρη του Ναταλί πήρε το όνομα της συζύγου του Τρότσκι,
ενώ από το κατεστημένο της δισκογραφίας χαρακτηριζόταν αλλόκοτος
επειδή ακολούθησε τον γκουρού του, Osho. Αντιφατική προσωπικότητα,
σε διαρκή οργή και με το αίσθημα του κυνηγημένου με το πέρασμα των
χρόνων και χωρίς τις επιτυχίες της πρώτης 15ετίας, αντιμετωπίστηκε
κάποτε ως μια ταλαντούχα αλλά γραφική περίπτωση του ελληνικού
τραγουδιού. Τα έλεγε, συχνά μέχρι υπερβολής.

Δημιουργικός ανατροπέας

«Ονόμασα εαυτόν «Αμλετ της Ομόνοιας», πήγαινα και στη Σχολή
Σταυράκου, είχε αρπάξει φωτιά η φαντασία και η λογική μου, όμως
μέσα σ’ εκείνη τη θλιμμένη Αριστερά, παρ’ όλες τις πορείες ειρήνης
και τους συμπαθείς ανθρώπους που έβλεπα στη Δημοκρατική Αλλαγή, η
μελαγχολία και το ανέραστο έμπαιναν από παντού στο σπίτι. Γι’ αυτό
είχα πάντα στο μυαλό και στην ψυχή να πήγαινα, στο Παρίσι π.χ.,
όπου κάτω από τις ομπρέλες του Χερβούργου θα συναντούσα τη Ζολί των
ονείρων μου. Γιατί δεν έπαυα να είμαι εγώ, παρότι είχα ταχθεί,
στρατευθεί αν θέτε, στις κοινωνικοπολιτικές επιταγές της
συγκυρίας», έγραψε στο βιβλίο του «Εδώ είναι του Ρασούλη» (εκδόσεις
Ιανός), για τα χρόνια των μπουάτ και του ’60. Τότε που έγραφε
ποιήματα, σενάρια, πήγαινε σε πορείες ειρήνης. Μα πάντα σκάρωνε
τραγούδια, είτε ήταν συνεκδότης της Σοσιαλιστικής Αλλαγής είτε
εξέδιδε (αργότερα) το «Αυγό», είτε διαλογιζόταν και
παλινδρομούσε.

«Δημιουργικό ανατροπέα» και επομένως ουσιαστικό συνεχιστή του
λαϊκού τραγουδιού τον χαρακτήρισε ο Γιώργος Κοντογιάννης, που τον
γνώριζε πριν από την «Εκδίκηση της Γυφτιάς». Οσο για το λαϊκό
τραγούδι, επισήμανε πως το ανέτρεψε δομικά «αλλά με δημιουργικό
τρόπο και αυθεντική διάθεση δίνοντας μια πολύ πειστική απάντηση στο
ερώτημα για το αν μπορεί να συνεχιστεί το είδος αυτό, σε εποχές και
συνθήκες που έχουν αλλάξει, και το κοινό έχει διαβρωθεί και
μικροαστικοποιηθεί».

Πράγματι ο αντιφατικός Ρασούλης, αιρετικός, μοναχικός και
παραπονιάρης ανανέωσε το μέχρι τότε λαϊκό. Με νέα στοιχεία και με
απλότητα, το έβαλε στον καιρό του. Ηρθε όμως και «σε κάθετη ρήξη με
τις εταιρείες», αφού αυτές μπορούσαν «να σε ανεβάσουν ή να σε
εξαφανίσουν, ελέγχοντας πια τα γούστα και τους δίαυλους προς το
κοινό», και έπεσε στην παγίδα της πρωτοτυπίας που κυνήγησε. Αλλά οι
καιροί ήταν πια διαφορετικοί.


Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ