ΠΡΟΣΩΠΑ

Ενας πρωτοπόρος της χαρακτικής

Ενας πρωτοπόρος της χαρακτικής

Στην αρχή σατιριστής, γελοιογράφος· αργότερα τοπιογράφος· κυρίως όμως χαράκτης. Ενας καλλιτέχνης που ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνα από τη μικρή Ελλάδα, σπούδασε στο Παρίσι, συνεργάστηκε για βιοπορισμό με πολλές σατιρικές γαλλικές και γερμανικές εφημερίδες (ανάμεσά τους το περίφημο Simplicissimus), φιλοτέχνησε διαφημιστικές αφίσες, συνδέθηκε φιλικά με τους Ζαν Μορεάς, Ανρί Ματίς, Ρομπέρ Ντουανό, Ντιφί, Χουάν Γκρι, Μπρακ, και αποτέλεσε μέλος της ευρωπαϊκής αβάν-γκαρντ, ο πρώτος ίσως Ελληνας που θα μπορούσε να συγκαταλεχθεί ανεπιφύλακτα στις τάξεις της. Το κίνημα του κυβισμού τον γοήτευσε για ένα διάστημα, το 1912 μάλιστα συμμετείχε στην εμβληματική έκθεση των κυβιστών Section d’ Or. Για περίπου μία εικοσαετία επιδόθηκε στη ζωγραφική, φιλοτεχνώντας αυστηρά τοπία λουσμένα στο μεσημεριανό φως, νεκρές φύσεις ή εκφραστικά, κλασικότροπα, γήινα γυμνά. Από το 1925 εγκατέλειψε οριστικά τη ζωγραφική και εστίασε στη χαρακτική, πρώτα στην ξυλογραφία και αργότερα στη χαλκογραφία, καταλείποντας ένα έργο απολύτως χαρακτηριστικό, που αναγνωρίζεται από την αρτιότητα του σχεδιαστικού αποτελέσματος, τη γεωμετρική τάξη, την αίσθηση της αρμονίας και της ισορροπίας.

Πρόκειται για τον Δημήτρη Γαλάνη, έναν από τους σημαντικότερους χαράκτες του πρώτου μισού του 20ού αιώνα στην Ευρώπη και πρωτοπόρο της νεοελληνικής χαρακτικής, που επηρέασε τα μέγιστα τους ομοτέχνους του. Μέγας δεξιοτέχνης, ανανέωσε τη χαρακτική, φέρνοντας στο προσκήνιο και εξελίσσοντας παραδοσιακούς τρόπους (όπως π.χ. τη «λευκή» χάραξη σε όρθιο ξύλο), επαναφέροντας επίσης σε χρήση και ορισμένες εγκαταλελειμμένες τεχνικές, όπως ήταν η «maniere noire» («μαύρη» τεχνική), στην ξυλογραφία και στη χαλκογραφία. Ως εικονογράφος, πιστός στην πεποίθηση ότι το βιβλίο μπορεί και πρέπει να είναι μια ολοκληρωμένη αισθητική εμπειρία –χαρά του νου, αλλά και της αφής και της όρασης– θα εγκαταλείψει τους πειραματισμούς (τη διάλυση της φόρμας) και θα στραφεί στον κλασικισμό, επιδιώκοντας την καθαρότητα του σχεδίου και επιμένοντας στην τελειότητα, στον επαγγελματισμό. «Δεν πιστεύω πως είναι γόνιμη η δογματική προσήλωση των νέων σε ορισμένες σύγχρονες τάσεις που δεν εξηγούνται παρά μέσα στο μεγάλο πλαίσιο του Παρισιού και που προϋποθέτουν γενική κοινωνική μόρφωση για να κρατήσουν τον δοκιμαστικό και ερευνητικό χαρακτήρα που είναι ο λόγος της ύπαρξής τους», έλεγε χαρακτηριστικά ο ίδιος.

Το πλούσιο έργο του αριθμεί 153 τίτλους (βιβλία, λευκώματα, άλλα έντυπα), έργα σχεδιασμένα από το 1899 ώς το 1962, τα περισσότερα από τα οποία σπανίζουν ή έχουν εξαντληθεί. Ωστόσο, από το 2008 το Τμήμα Συλλογής Εργων Τέχνης της Alpha Bank και του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας συνεργάστηκαν για τον εντοπισμό των έργων, την καταγραφή τους και την καταλογογράφησή τους και σήμερα, όλος αυτός ο θησαυρός θα παρουσιαστεί από τις 7 Μαΐου στο Μέγαρο Εϋνάρδου του ΜΙΕΤ. Βιβλία, προσχέδια, πλάκες χαρακτικής, πίνακες, αλληλογραφία, τεκμήρια θα αποκαλύψουν τη φυσιογνωμία αυτού του αξεπέραστου καλλιτέχνη, που θεωρήθηκε πατέρας και δάσκαλος της νεοελληνικής χαρακτικής, γιατί ήταν ο πρώτος που έφερε τους ομοτέχνους του σε επαφή με τα σύγχρονα ρεύματα και τις μεθόδους της ευρωπαϊκής χαρακτικής.

​​Δημήτρης Γαλάνης, «Τα εικονογραφημένα βιβλία». Διάρκεια έκθεσης: 7 Μαΐου – 12 Ιουλίου 2014, Μέγαρο Εϋνάρδου, Αγίου Κωνσταντίνου 20. Η έκθεση διοργανώνεται από το Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης και την Alpha Bank.

Από τους σημαντικότερους στην Ευρώπη

Οπως σημειώνει η Ειρήνη Οράτη, επιμελήτρια του Τμήματος Συλλογής Εργων Τέχνης της Alpha Bank, το σύνολο του έργου του Γαλάνη μέσα στον γαλλικό 20ό αιώνα «είναι μεν μετριοπαθές και χωρίς εξάρσεις, αλλά η αναλλοίωτη ποιότητα της γραφής και η αλάθητη επιμέλεια τον τοποθετούν δικαίως ανάμεσα στους καλλιτέχνες που διαμόρφωσαν το τοπίο της γαλλικής βιβλιοπαραγωγής στα μέσα του 20ού αιώνα. Ο Γαλάνης συμπλέει με τις κεντροευρωπαϊκές αντιλήψεις για το βιβλίο και γρήγορα αποκτά γαλλική καλλιτεχνική συνείδηση. Ακόμα και σε βιβλία αρχαιοελληνικής θεματολογίας που εικονογράφησε, αποστασιοποιείται, διατηρώντας την απόσταση που είχε δημιουργήσει ο χρόνος μεταξύ του ιδίου και της Ελλάδας. Υπολογίζοντας ότι έφυγε από την Αθήνα μόλις 21 ετών, αναπόφευκτο ήταν να αφομοιωθεί γρήγορα με τις γαλλικές αντιλήψεις και με τη σπουδαία παράδοση των εικονογράφων της Γαλλίας. Το σύνολο του έργου του είναι ενός Ευρωπαίου καλλιτέχνη και ως τέτοιο θα πρέπει να αξιολογηθεί.

«Παράλληλα, όμως, για τους Ελληνες καλλιτέχνες που προσεγγίζουν τη χαρακτική και το βιβλίο από τη δεκαετία του ’30 κυρίως, ο Γαλάνης είναι το μοναδικό σημείο αναφοράς τους. Η τεράστια παραγωγή, η χρήση τόσο πολλών τεχνικών, οι θεματολογικές εναλλαγές, η επιμέλεια, η αναγνώριση, δημιούργησαν ένα μύθο που όλοι προσέγγιζαν κυριολεκτικά με ευλάβεια. Οπωσδήποτε έως και την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, κάθε νέα γενιά χαρακτών που προσέγγισε την εικονογράφηση στράφηκε στον Γαλάνη, αφού οι χαράκτες, πέρα από την αποτίμηση της οπτικής και τη διαχείριση των συμβολισμών, αναγνώρισαν τις δυσκολίες, διαισθάνθηκαν την ευρηματικότητα και εντυπωσιάστηκαν από την ποικιλία των λύσεων. Οι λύσεις που έχει δώσει στα προβλήματα της εικονογράφησης κυριαρχούν και επηρεάζουν, αφού ο ίδιος έχει επανειλημμένως αντιμετωπίσει καταστάσεις κάθε είδους. Με ευκρίνεια, αυστηρότητα και κυρίως σύνεση, έχει αρμολογήσει ένα τεράστιο πολυποίκιλο έργο, ανεπανάληπτο έως σήμερα».