ΠΡΟΣΩΠΑ

Δ. Παπαϊωάννου: Ποιος γέρος θα ήθελα να είμαι…

Δ. Παπαϊωάννου: Ποιος γέρος θα ήθελα να είμαι…

Δεν ήταν  η πρώτη φορά που έβλεπα από κοντά τον Δημήτρη Παπαϊωάννου. Ζούμε στην ίδια γειτονιά και πάντα του έριχνα κλεφτές ματιές στο σούπερ μάρκετ, να κυκλοφορεί με ένα μισοάδειο καλάθι, που περιέχει μόνον τα χρειώδη. Να φοράει τζιν και αθλητικά παπούτσια, χωρίς να εκπέμπει καθόλου το αυτάρεσκο μήνυμα «Ναι, εγώ είμαι…» σε όσους τον κοιτάζουν για να βεβαιωθούν ότι όντως είδαν τον διάσημο χορογράφο. Ανυπόκριτα ευγενής και άμεσος εμφανίστηκε και στη δική μας κουβέντα, λίγο προτού παρουσιάσει την τελευταία του δουλειά στη «Στέγη». Ντυμένος με νεοϋορκέζικη απλότητα, ένα ζευγάρι γυαλιών οράσεως περασμένο στην μπλούζα του, περιποιημένο μουστάκι (που ακόμη δείχνει ξένο στο πρόσωπό του μιας και η εικόνα του 2004 έχει παγώσει στο κεφάλι μας), κάθησε δίπλα μου σε ευχάριστο συνοικιακό καφέ, για μια συνέντευξη που διήρκεσε μία ώρα. Με τα κομψά του δάχτυλα έστριψε τσιγάρο, να το έχει έτοιμο για αργότερα –«Οι χορευτές καπνίζουν συνήθως», είπε απολογητικά– και ξεκινήσαμε.

– Κλείνετε τα 50 σας χρόνια. Πώς είναι;

– Ωραία είναι. Τα χρόνια φέρνουν δώρα, αν εστιάσει κανείς σε αυτά, γλυκαίνεται. Φέρνουν και απώλειες, ορισμένα πράγματα χάνονται ανεπιστρεπτί. Η απώλεια της ρώμης φοβίζει. Οι αντοχές, βέβαια, είναι ζήτημα ψυχοσωματικό και δεν μειώνονται απαραιτήτως, γιατί αντλούν από αλλού. Η βιολογική διάσταση είναι η σκληρή πλευρά της πραγματικότητας, αλλά δεν μπορεί κανείς να κάνει και αλλιώς παρά να την αποδεχθεί.

Η αληθινή εικόνα

– Δέκα χρόνια μετά το 2004 πού βρισκόμαστε σήμερα ως χώρα, πού βρίσκεστε εσείς;

-Σε ό,τι αφορά τη χώρα, η δεκαετία αυτή ήταν το διάστημα που χρειάστηκε για να εμφανιστεί η αληθινή φωτογραφία. Η εικόνα που είδαμε μπροστά μας –παρότι είναι αδυσώπητα σκληρή για μεγάλη μερίδα ανθρώπων– καλώς έκανε και εμφανίστηκε. Πρέπει να χτίσουμε μια αυτοπεποίθηση που θα στηρίζεται στην πραγματικότητα και από το φαντασιακό να κρατήσει μόνο ως καύσιμο για τις υπερβάσεις. Για μένα, τα δέκα αυτά χρόνια ήταν τα πιο σοβαρά, προσπάθησα να σταθώ και να ισορροπήσω πάνω στα σημαντικά. Εστίασα στο τι θέλω να γίνω μεγαλώνοντας, ποιος γέρος θα ήθελα να είμαι…

– Μπορείτε να τον περιγράψετε; 

– Δεν μπορώ να βάλω την εικόνα που μου ζητάτε σε λέξεις. H τέχνη της ζωής είναι να γερνάει κανείς με χάρη και αξιοπρέπεια. Το πώς προχωράμε στην ωριμότητα είναι η δουλειά που πρέπει να κάνουμε o καθένας ξεχωριστά. Και νομίζω πως άφησα πίσω μου πολλά. Την ενέργεια μου την έτρωγαν κολλήματα σε τελειωμένες σχέσεις, παιδικές ανάγκες να είμαι αρεστός σε όλους, νευρωτικού τύπου αναζήτηση της απόλαυσης, ματαιοδοξία. Η φιλοδοξία εν πολλοίς χόρτασε και μέσα από την απαραίτητη διαδικασία ταπείνωσης, προσανατολίστηκε, νομίζω, σε ένα πιο χρήσιμο μονοπάτι, χωρίς να σταματήσει να είναι καύσιμο για την επόμενη ημέρα. Η φιλοδοξία μου σήμερα πάει χέρι χέρι με την αποδοχή της ασημαντότητας του εαυτού και της ματαιότητας των πραγμάτων. Είναι κάτι δύσκολο, αλλά και πολύ λυτρωτικό.

– Το 2004 ήμασταν στο ζενίθ. Υστερα αγγίξαμε το ναδίρ. Μπορούμε ως χώρα να ξαναβρούμε τον βηματισμό μας;

– Με μεγάλες παράπλευρες απώλειες, αυτό που βιώνουμε σήμερα ξεχωρίζει την ήρα από το στάρι. Για να είναι κανείς δημιουργικός δεν χρειάζεται πολλά. Δεν βρίσκω κανένα λόγο για τον οποίο η νεότητα της χώρας να μην ξαναβρεί τον βηματισμό της, αλλά και να συνδυάσει την έξοδό της από τη χώρα με την επανένταξή της σε αυτήν μετά κάποια χρόνια. Εξηγούμαι: αν κάποιος θέλει σήμερα μια πραγματική επαγγελματική κατάρτιση με την έννοια της αξιοκρατίας, αλλά και των ευκαιριών εργασίας, χρειάζεται να περάσει κάποια χρόνια εμπειρίας σε ξένες χώρες που τα παρέχουν αυτά. Γιατί όμως να βλέπουμε συναισθηματικά τη μετανάστευση των νέων και να μην αντιλαμβανόμαστε ότι το σημαντικό δεν είναι να φύγουν, αλλά να μάθουν και ξαναγυρίζοντας να οικοδομήσουν νέα πραγματικότητα με κέφι, δύναμη και γνώση; Το δυσκολότερο πράγμα για τους σημερινούς  δημιουργικούς νέους, πάντως, είναι πως οι ίδιοι πρέπει να φτιάξουν την πλατφόρμα που θα προβάλει τη δουλειά τους. Κοινώς δεν αρκεί να είναι καλός κάποιος μόνο στο αντικείμενό του, αλλά στο να οργανώνει τις συνθήκες πάνω στις οποίες πατάει η δημιουργικότητά του. Ομως στην Ελλάδα πάντα έτσι ήταν τα πράγματα. Οταν πρωτοέσκασε η Ομάδα Εδάφους, μόνο σύγχυση υπήρχε για το τι είναι σύγχρονος χορός.

Νέοι με ταλέντο

– Οι ξένοι αναρωτιούνται αν στην Ελλάδα έχει παραχθεί καλλιτεχνικά κάτι πρωτοπόρο αυτά τα χρόνια της ύφεσης. Τι λέτε;

– Ναι, οι επιμελητές τέχνης  ανά τον κόσμο έχουν τη νεύρωση να προωθούν τις χώρες που είναι σε κρίση. Γίναμε σέξι διότι καταστραφήκαμε. Είμαστε φρικώδεις και ταυτόχρονα σέξι. Δεν ξέρω αν έχει αρθρωθεί κάτι καινούργιο. Είναι νωρίς να το πω. Αν βουτήξει κανείς βαθιά στα νερά της νέας ελληνικής δημιουργίας, θα βρει διαμάντια που δεν έχουν βρει τη δίοδο της παγκόσμιας επικοινωνίας. Ενας από τους σπουδαίους καλλιτέχνες της γενιάς μου –που δεν ζει πια–, ο Νίκος Αλεξίου, θα έπρεπε να είναι σημείο αναφοράς. Ποτέ η χώρα δεν στάθηκε αντάξια των καλλιτεχνών της, ποτέ δεν οργανώθηκε να τους προσφέρει την προοπτική της παγκόσμιας πίστας. Ισως η τωρινή καταστροφή είναι με ένα διεστραμμένο τρόπο μια νέα ευκαιρία. Ισως το νεοσύστατο ΝΕΟΝ, το Φεστιβάλ Αθηνών, το επερχόμενο –επιτέλους!– Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, να πρέπει να συγκεντρωθούν σε αυτό.

– Το νέο κίνημα του ελληνικού κινηματογράφου;

– Δεν είναι, βέβαια, προϊόν της κρίσης, αλλά της ευφυΐας του Γιώργου Λάνθιμου και της Αθηνάς – Ραχήλ Τσαγκάρη και μιας ομάδας σκηνοθετών που δείχνουν επιτέλους τα δόντια τους. Και έχουμε πολλά να περιμένουμε από αυτούς τους καλλιτέχνες.

– Παρακολουθείτε τη νεανική σκηνή; Εχετε δει ενδιαφέρουσες προσπάθειες;

– Στον βαθμό που οι ευφυείς και ιδιαίτεροι φίλοι μου με ειδοποιούν για κάτι καλό, τρέχω πάντα. Η τέχνη –εκτός πρεμιέρας– είναι το μόνο που με ενδιαφέρει και δίνω το «παρόν». Οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάζομαι είναι νέοι. Πρέπει να παρακολουθώ πολλά  για να μπορώ να τους εντοπίζω. Και παίρνω τρελή χαρά όταν ένα ταλέντο εμφανιστεί στον ορίζοντα. Οπως πάντα, βλέπω λίγα καλά πράγματα. Και στα χρόνια της ευημερίας αλλά και σήμερα, η μπαρούφα είναι πανταχού παρούσα. Ισως το γεγονός ότι το lifestyle ξεψύχησε να λειτουργήσει απελευθερωτικά για τα παιδιά που ξεκινούν σήμερα και έτσι το μόνο που θα τους ενδιαφέρει είναι το ουσιαστικό: η έρευνα, η έκφραση και το παιχνίδι.

Θέλω ένα είδος «μοριακής κουζίνας» στα έργα μου

– Πώς θα περιγράφατε τη γενιά των πολύ νεότερων με τους οποίους συνεργάζεστε;

– Πρώτα θα πω ότι με κολακεύει βαθιά να επιλέγει η νεότητα να συνεργαστεί μαζί μου. Κατόπιν θα επιτρέψω στον εαυτό μου λίγη γκρίνια: παρατηρώ ότι λίγοι έχουν συλλάβει την πραγματική αξία της εργασίας με την ύλη και το πόσο καθοριστικό είναι να δώσεις στο φυσικό πρωτογενές υλικό τον χρόνο σου και την αφοσίωσή σου. Η διαδικασία αυτή είναι καίρια, σε γεμίζει ιδέες. Η έλλειψη της επαφής με την ύλη συμβαίνει λόγω της προσκόλλησης στην τεχνολογία, αλλά και της ζωής στο όλο και πιο απομονωμένο πλέον από τη φύση αστικό περιβάλλον του ready made. Η ύλη είναι αισθησιακή – δεν λέω ότι το virtual δεν μπορεί να είναι επίσης αισθησιακό. Δεν είμαι καχύποπτος προς την κατεύθυνση που δείχνει σήμερα το βέλος. Παρατηρώ, όμως, τη μείωση της ικανότητας προσήλωσης που έχουν τα νέα παιδιά και την εξαφάνιση των μαστόρων. Ομως ο καλλιτέχνης είναι και μάστορας. Είχα δάσκαλο τον Τσαρούχη και το γνωρίζω καλά. Η αλχημεία της τέχνης είναι να ξέρεις να μεταμορφώνεις το υλικό σε κάτι άλλο, ανοιχτό στην ποίηση. Τελεία.

– Στη δουλειά σας παίζετε με το στοιχείο της έκπληξης. Ποτέ δεν ξέρει ο θεατής τι θα δει σε μια νέα παράσταση. Είναι απαραίτητο αυτό;

– Εχει σημασία να μη μπει εκ των προτέρων σε λέξεις, κάτι που στηρίζεται στην ενεργειακή δόνηση των εικόνων. Ετσι οι λέξεις που θα βάλει κανείς στις εικόνες να είναι απολύτως προσωπικές. Αντιλαμβάνομαι ότι χρειάζεται καμιά φορά να καθησυχάσεις τους θεατές για το τι πρόκειται να δουν, έχει να κάνει με την ανάγκη μας να το καταλάβουμε, αλλά και με τη φαινομενική εχθρικότητα της σύγχρονης τέχνης προς το ευρύ κοινό. Εγώ πάντως δεν έχω βρει τρόπο να μιλάω γι’ αυτό που κάνω πριν το κάνω. Ο τρόπος που αναφέρομαι σε παραστάσεις που έχουν «ψηθεί» μπροστά στο κοινό είναι πολύ πιο σαφής, διότι μου αποκαλύπτεται και εμένα τι έχω κάνει. Στη διαδικασία της προετοιμασίας δεν θέλω να λέω πράγματα που μπορεί να είναι περιοριστικά για την κατανόηση.

– Μήπως μας έχει γίνει νεύρωση το preview και όχι το review;

– Στην εννοιολογική τέχνη η σύλληψη και η εκκίνηση μιας ιδέας έχουν σημασία. Αν σε μια εγκατάσταση π.χ. παρουσιάζω παπούτσια που πήρα από ένα ορφανοτροφείο, καλό είναι να το ξέρει ο θεατής διότι του δημιουργεί μια ένταση και σε αυτό το σημείο της έντασης θα συντελεστεί το έργο τέχνης. Σε άλλου τύπου έργα, αυτό μπορεί να είναι περιττό. Στον αμερικανικό κινηματογράφο λ.χ. υπάρχει η ιστορία μασημένη και η φροϋδική ανάλυση της συμπεριφοράς των ηρώων μασημένη επίσης. Στη δική μας τέχνη που δεν στοχεύει σε εκατομμύρια θεατές, δεν είναι απαραίτητο. Εγώ προσπάθησα να είναι πάντοτε η δουλειά μου ανοιχτή σε ελευθερία συνειρμών και σε εξατομικευμένες προσεγγίσεις από τους θεατές. Ακόμη και για την τιτλοφορία των έργων μου «Πρώτη ύλη» και «Still life» κατέφυγα στον φίλο ιδιοφυή καλλιτέχνη Αγγελο Μέντη και μου έδωσε  λέξεις για να στεγαστεί όλη η δουλειά σε κάτι που είχε ατμόσφαιρα, αλλά παράθυρα ερμηνείας ανοιχτά. Καταλαβαίνω ότι ένας αμύητος άνθρωπος ζητάει μια εξήγηση σαν συντροφιά για να απολαύσει. Δεν είμαι σίγουρος πως είναι ευθύνη των καλλιτεχνών αυτό. Εγώ στη δική μου δουλειά, διστάζω να κάνω προγραμματικές δηλώσεις.

– Διακρίνουμε ένα καινούργιο ρεύμα στα έργα σας τα τελευταία χρόνια;

– Από το Εθνικό και μετά, βρίσκομαι σε μια αναζήτηση των πρωταρχικών πραγμάτων, τι είναι θέαμα, τσίρκο, ταχυδακτυλουργία, οπτική απάτη. Ο τρόπος που θέλω να μετασχηματίσω τα πράγματα έχει να κάνει με αυτήν την έρευνα. Θέλω να φτιάξω ένα είδος «μοριακής κουζίνας» στα έργα μου, όπου να αποσπώ από την πρώτη ύλη σαν το αιθέριο έλαιο και να προτείνω τις γεύσεις αλλιώς, να συνθέτω τα γνώριμα υλικά σε μια έκπληξη.

Διαδίκτυο, η νέα πνευματικότητα

– Τι σχέση έχετε με τον διαδικτυακό κόσμο;

– Τον αντιμετωπίζω ως μια νέα πνευματικότητα. Προσπαθώ να παρακάμπτω τα σκουπίδια και να εστιάζω στη δυναμική και την αίσθηση του άυλου, δηλαδή των ιδεών. Εκπαιδεύομαι και καλλιεργούμαι χρησιμοποιώντας την απέραντη διαδικτυακή βιβλιοθήκη. Χρησιμοποιώ το Facebook διότι είναι ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνώ τη δουλειά μου. Στην «Πρώτη Υλη» η επικοινωνία έγινε έτσι και πήγε καλά.

– Σας απασχολεί ότι ανάμεσα στο κοινό βρίσκονται νέοι που δεν έχουν μάθει να παρακολουθούν παραστάσεις μεγάλης χρονικής διάρκειας; Είναι η γενιά του βίντεο κλιπ. Το σκέφτεστε αυτό ως δημιουργός που θέλει να απευθύνεται και σε νεότερους;

– Η δουλειά μου πάντα λειτουργούσε, νομίζω, θεραπευτικά σε σχέση με την ταχύτητα. Προσπαθώ να δημιουργήσω τις συνθήκες μιας έντονης προσήλωσης από τον θεατή και διαστολής του χρόνου. Θα σας πω, όμως, τι έχει αλλάξει μέσα μου με τη νέα έκρηξη της τεχνολογίας και με απασχολεί: τα τελευταία χρόνια δουλεύω πολύ με βίντεο, με την εικόνα που δεν είναι πρωτογενής. Ξέρω ότι το έργο μου δεν βλέπεται μόνο ζωντανά από το κοινό, αλλά έχει πολλαπλάσιους αποδέκτες διαδικτυακά. Θέλω αυτή η εικόνα που βλέπει κάποιος από το σπίτι του να είναι φωτογενής. Ως προς αυτό έχει αλλάξει το βλέμμα μου, ως προς τα άλλα, όχι. Εξακολουθώ αποκλειστικά με ό,τι συγκινεί εμένα  να μπορώ να κάνω τη δουλειά μου.

– Τι σας έμεινε από τη διακοπή της παράστασης της «Μήδειας»;

– Στην παραγωγή που τώρα ετοιμάζω έχω έναν ηθοποιό που ανήκε στην ομάδα η οποία μας διέκοψε τότε. Τι να πω; Μεγάλη κουβέντα. Μια παράσταση είναι ελευθερία έκφρασης. Η συσσωρευμένη απόγνωση είναι καύσιμο για ανατροπή. Σημασία τελικά έχει μόνο το ταλέντο και η στράτευση του στις δυνάμεις του καλού.

​​Το Still Life ανεβαίνει στη Στέγη από τις 23 Μαΐου 2014 έως τις 8 Ιουνίου (εκτός Δευτέρας και Τρίτης).