ΠΡΟΣΩΠΑ

Ντον ντε Λίλο: Η παράνοια που αποτύπωσα ήταν τάση

Ντον ντε Λίλο: Η παράνοια που αποτύπωσα ήταν τάση

Ενας αναγνώστης ξενυχτά διαβάζοντας Ντον ντε Λίλο, συνοδεία σκέτου ουίσκι. It was Don DeLillo, whiskey neat/and a blinking midnight clock. Ετσι ξεκινάει το τραγούδι «Gold Mine Gutted» των Αμερικανών alt-rockers Bright Eyes, και αν ο Κόνορ Ομπερστ ήθελε να περιγράψει με τους εναρκτήριους στίχους μια εικόνα εκλεπτυσμένης απομόνωσης βουτηγμένης στο αλκοόλ προτού προχωρήσει στον θρήνο για την ξεκοιλιασμένη νεανική αθωότητα της γενιάς του, κατάφερε πάντως ταυτόχρονα και κάτι άλλο: να σκιαγραφήσει αδρά και λιτά την αίσθηση της ηρωικής μοναξιάς που καταγράφουν οι νευρώνες του αναγνώστη που διαβάζει Ντον ντε Λίλο, καθώς συνδέεται με ήρωες που μοιάζουν σαν εκείνον, ερριμένοι και αποξενωμένοι σε έναν κόσμο πλημμυρισμένο από ξεστρατισμένα σημεία και αντιφατικά νοήματα.

Η ανάγνωση των βιβλίων του Ντον ντε Λίλο είναι πράγματι μια ξεχωριστή, μυστικιστική εμπειρία, που προκαλεί στον νου ενορατικές αναφλέξεις· στο τέλος όμως ο αναγνώστης αισθάνεται μέλος μιας μεγάλης κοινότητας, όχι απλώς αναγνωστών αλλά κοινωνών των μυστικών μιας ακατανόητης εποχής. Το έργο του δεν αφιερώνεται στην ψυχολογική εξιστόρηση ατομικών τραγωδιών ή οικογενειακών καταρρεύσεων, αλλά ενσωματώνει κάθε προσωπική ιδιαιτερότητα και κάθε ανθρώπινη εμπειρία για να την καρφιτσώσει στο πανόραμα της μεταπολεμικής ζωής. Η ιστορία και η πολιτική, η επιστήμη και η τεχνολογία ξεπροβάλλουν ως πυλώνες των εντροπικών συστημάτων που προγραμματίζουν οι τεχνογκουρού, συντηρούν απόκοσμοι μεγιστάνες και αποκεντρωμένες πολιτικές ομάδες και τορπιλίζουν παράφρονες και τρομοκράτες.

Ο πολυβραβευμένος Αμερικανός συγγραφέας, ο οποίος πέρυσι τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας των ΗΠΑ για την προσφορά του στα αμερικανικά γράμματα και ο οποίος, λίγες ημέρες πριν επισκεφτεί τη χώρα μας για να δώσει μια πολυαναμενόμενη διάλεξη στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση της «Κ» να απαντήσει σε μια σειρά ερωτήσεων, είναι ένας από τους ελάχιστους εν ζωή συγγραφείς που απολαμβάνουν την τιμή να θεωρούνται ήδη σύγχρονοι κλασικοί. Ενας διανοούμενος συγγραφέας που, ανάμεσα σε μια πλησμονή ιδεών και θεμάτων, αφουγκράστηκε τον αντίκτυπο των κραυγών και των ψιθύρων από τις πάσης φύσεως θεωρίες συνωμοσίας, μιας από τις ανθεκτικότερες μορφές κοινωνικής σχιζοφρένειας. Αραγε συμμερίζεται την πεποίθηση που εξέφρασε σε συνέντευξή του στο Paris Review ο Ε.Λ. Ντοκτόροου, ότι και το ίδιο το «γράψιμο συνιστά μια κοινωνικά αποδεκτή μορφή σχιζοφρένειας»;

«Ποτέ δεν σκέφτηκα το γράψιμό μου ως παρανοϊκή πράξη. Το έργο μου έχει ασχοληθεί κάποιες φορές με συγκεκριμένα στοιχεία που πλανώνται στην κουλτούρα μας από το 1960 και μετά. Η κοινωνία μας έγινε παρανοϊκή στα χρόνια που ακολούθησαν τη δολοφονία του προέδρου Κένεντι και αυτή η ροπή προς την παράνοια διαπότισε τον κόσμο για ένα διάστημα μέσω της βίας και της αναταραχής που επικράτησαν. Κάποια από τα έργα μου επισήμαναν αυτό το φαινόμενο, όμως η παράνοια που αποτυπώθηκε ήταν πολιτισμική τάση, δεν πήγαζε από μένα».

Η εικόνα και τα social media

Ενα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα στο έργο του είναι η ιδέα της εικόνας. Η εικόνα μπορεί να αντιστοιχεί στον «πιο φωτογραφημένο αχυρώνα στην Αμερική» από τον «Λευκό θόρυβο» ή να αναφέρεται σε εκείνη του ερημίτη συγγραφέα Μπιλ Γκρέι από το «MAO II», που δέχεται να φωτογραφηθεί σε όψιμη ηλικία για πρώτη φορά στην καριέρα του. Για τις προηγούμενες κοινωνίες η φωτογραφία ήταν μια διακήρυξη αντίστασης απέναντι στον θάνατο. Ομως η συσχέτιση της εικόνας με τον θάνατο έχει αλλοιωθεί, ίσως και αποκοπεί στις μέρες μας, με την υπερπληθώρα φωτογραφιών που παράγουν τα «έξυπνα κινητά» και ανακυκλώνουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Ισως η οπτική μας αντίληψη να περιορίζεται πια στο μέγεθος μιας φωτογραφίας τραβηγμένης από κινητό τηλέφωνο. Η εικόνα εκείνου που εκτείνει το χέρι του για να τραβήξει φωτογραφία τον εαυτό του σημαδεύοντάς τον με το κινητό του είναι μια εμπειρία που δεσπόζει στην εποχή μας».

Ο Ντε Λίλο προεικόνισε την εποχή του παγκόσμιου τρόμου απέναντι στην ασύμμετρη απειλή της τρομοκρατίας, κυρίως στο «MAO II» και λιγότερο στο αμετάφραστο στα ελληνικά «Players». Υπό αυτό το πρίσμα, οι αντιδράσεις του όταν πληροφορείται κάποια νέα τρομοκρατική βαρβαρότητα, είτε αυτή εκδηλώνεται στα γραφεία του Charlie Hebdo ή στην πλατεία και στους εξώστες του Le Bataclan, έχουν ξεχωριστή βαρύτητα.

«Οι σκέψεις μου αναφορικά με τις τρομοκρατικές επιθέσεις είναι ίδιες με των άλλων ανθρώπων. Αυθόρμητες και βαθιές. Οταν επιχειρώ να γράψω γι’ αυτά τα θέματα, προσπαθώ να καταλάβω τις ζωές και τις σκέψεις των εμπλεκόμενων χαρακτήρων. Είναι μια λογοτεχνία που δεν επιθυμεί να συρρικνωθεί υπό την παρουσία μιας σημαντικής πρόκλησης των καιρών μας».

Τον Μάιο, ο Ντε Λίλο θα εκδώσει το 17ο μυθιστόρημά του και, καθώς τον Νοέμβριο θα κλείσει τα ογδόντα του χρόνια, το «Zero K» θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι το ίδιο σημαδιακό για τα θέματα που τον απασχόλησαν μετά την έκδοση του «Υπόγειου κόσμου», κατά τον ίδιο τρόπο που εκείνο υπήρξε η κορύφωση των περισσότερων ιδεών με τις οποίες είχε καταπιαστεί ώς τότε. «Δεν έχω την αίσθηση ότι το “Zero K” είναι η επιτομή της καριέρας μου. Η ιδέα για το μυθιστόρημα αναπτύχθηκε ως μια συγγραφική αντίδραση απέναντι σε μια οπτική εικόνα. Πρόκειται για μια εμπειρία που μου συμβαίνει όσα χρόνια είμαι συγγραφέας. Κατόπιν, μέρα με τη μέρα, οι ήρωες και το τοπίο αποκτούν μορφή στο λευκό φύλλο χαρτιού στη γραφομηχανή μου».

Οι οπτικές εικόνες που σχηματίζουν οι προτάσεις και οι παράγραφοι καθώς απλώνονται στο χαρτί ασκούν τέτοια επίδραση πάνω του, ώστε κάποια στιγμή στην καριέρα του άρχισε να γράφει μία παράγραφο σε κάθε σελίδα, αποσκοπώντας στη διατήρηση του μέγιστου δυνατού ελέγχου των προτάσεών του. Ενας συγγραφέας με τέτοια εμμονή για τη γλώσσα είναι άραγε πιο καλά προετοιμασμένος για τις απρόσμενες ανταρσίες της; «Δεν αισθάνομαι προδομένος από τη γλώσσα. Αυτό που αισθάνομαι κάποιες φορές είναι ότι θα πρέπει να σκεφτώ πιο βαθιά τις δυνατότητες που ενυπάρχουν σε μια ιδέα ή μια σκηνή, ή την εμπειρία ενός συγκεκριμένου χαρακτήρα όπως αυτή αλλάζει από λεπτό σε λεπτό, όταν μια νέα χειρονομία διαδέχεται την προηγούμενη».

Στην Ελλάδα, μεταξύ 1979 και 1982, ανακάλυψα εκ νέου το αλφάβητο…

«Η παραμονή μου στην Ελλάδα αποδείχθηκε καθοριστικής σημασίας για το γράψιμό μου». Η ελληνική εμπειρία του Ντε Λίλο είναι από τις ελάχιστες αναφορές στην προσωπική του ζωή που έχει αναπτύξει διεξοδικά στις συνεντεύξεις του, ομολογώντας τα οφέλη που αποκόμισε ως «αυτοεξόριστος» συγγραφέας τα χρόνια ανάμεσα στο 1979 και το 1982, οπότε και έζησε στην Αθήνα χρησιμοποιώντας παράλληλα το σπίτι του στο Κολωνάκι ως ορμητήριο για τα ταξίδια που έκανε στην Ινδία και σε άλλες χώρες της Ανατολής. «Οι γλώσσες, οι άνθρωποι, η ιστορία, οι τοιχογραφίες και τα μνημεία με τα εγχάρακτα γράμματα και τις λέξεις τους – όλα αυτά μου μετέδωσαν την αίσθηση της συμμετοχής σε κάτι βαθύτερο που είχα ανάγκη να βρω ενώ διαμόρφωνα μια πρόταση, καθώς επίσης και της σύνδεσης με το οπτικό, το “αρχιτεκτονικό” στοιχείο, που υπάρχει στα γράμματα και στις λέξεις. Υπό μια έννοια, ανακάλυπτα εκ νέου το αλφάβητο».

Δεν ήταν όμως η παραμονή του στην Ελλάδα η μοναδική γόνιμη ευρωπαϊκή εμπειρία του. Η επαφή με τους μεγάλους Ευρωπαίους συγγραφείς, παράλληλα με τους Αμερικανούς ομότεχνούς τους, καθόρισε την αναγνωστική του παιδεία στα άγουρα νεανικά χρόνια της καλλιτεχνικής αναζήτησης. «Διάβασα έναν αξιοσημείωτο αριθμό ευρωπαϊκών μυθιστορημάτων όταν ξεκίνησα να σκέφτομαι τον εαυτό μου ως συγγραφέα.

Δεν αισθάνομαι ότι η ευρωπαϊκή λογοτεχνία με επηρέασε με άμεσο τρόπο ως συγγραφέα, πέρα από τη βαθιά ευγνωμοσύνη που αισθάνθηκα διαβάζοντας έργα μεγάλου βάθους και βεληνεκούς. Από τη μία ήταν ο Φόκνερ, από την άλλη ο Καμύ. Και αυτά υπήρξαν τα χρόνια που μου προσέφεραν, κατά πάσα πιθανότητα, τα περισσότερα αναγνωστικά οφέλη».

Σήμερα όμως είναι αυτός που επηρεάζει τις διάδοχες γενιές αναγνωστών και συγγραφέων με τη βαριά κληρονομιά που αφήνει πίσω με το έργο του, μια κληρονομιά εγγεγραμμένη στη συλλογική ταυτότητα της μοντέρνας αμερικανικής λογοτεχνίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε από συγγραφείς όπως ο Φίλιπ Ροθ, ο Κόρμακ Μακ Κάρθι, η Τόνι Μόρισον και ο Τόμας Πίντσον. «Πιστεύω ότι τα καλύτερα βιβλία ορισμένων συγγραφέων διαμόρφωσαν το περιβάλλον στο οποίο ζούμε και σκεφτόμαστε. Ανοίγουν την καθημερινότητα, τις ώρες και τα λεπτά της, σε έναν ορίζοντα ενοράσεων που μονάχα ο αναγνώστης αυτών των έργων μπορεί να βιώσει. Οι διάφορες Αμερικές –του Ροθ, του Μακ Κάρθι και των υπόλοιπων συγγραφέων– τοποθετούνται όλες σε ένα σύγχρονο τοπίο που περιμένει τους νεότερους συγγραφείς να διευρύνουν το όραμα και να προεκτείνουν τα όρια της γλώσσας».

​​Ο Ντον ντε Λίλο θα μιλήσει στο αθηναϊκό κοινό στις 16 Μαρτίου, στις 7 μ.μ., στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών.