ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Οι κίνδυνοι από μεταμόσχευση προσώπου

Οι κίνδυνοι από μεταμόσχευση προσώπου

Οταν έγινε η πρώτη μεταμόσχευση προσώπου το 2005 στη Γαλλία, προέκτεινε τα σύνορα της ιατρικής και «έκανε πρωτοσέλιδα». Παρόλα αυτά, το μέλλον αυτής της πρακτικής ήταν ιδιαίτερα αμφίβολο. Οι γιατροί που χειρούργησαν την 38χρονη Γαλλίδα, της οποίας το πρόσωπο είχε φρικτά αλλοιωθεί από δαγκώματα του κατοικίδιου Λαμπραντόρ της, είχαν να αντιμετωπίσουν τις αντιθέσεις ιατρικών φορέων, οι οποίοι υποστήριζαν ότι η διαδικασία ήταν ανήθικη και αντιδεοντολογική.

Η πρώτη όμως εκτενής ανασκόπηση κάθε μεταμόσχευσης προσώπου έως σήμερα -28 περιστατικά σε επτά χώρες- έχει αμβλύνει αρκετές από αυτές τις αρχικές αμφιβολίες. H ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε πριν από δύο εβδομάδες στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet, αναφέρει ότι η διαδικασία είναι σε γενικές γραμμές ασφαλής και εφικτή, και ότι πρέπει να γίνει «διαθέσιμη» και σε άλλους ασθενείς. Παρόλα αυτά, οι ερευνητές είναι προσεκτικοί στους ισχυρισμούς τους, λέγοντας ότι η διαδικασία βρίσκεται ακόμα σε πειραματικό στάδιο, εμπεριέχει κινδύνους, είναι ακριβή (τουλάχιστον 300.000 δολάρια) και ότι οι ασθενείς πρέπει να επιλέγονται με μεγάλη προσοχή. Μετά τη μεταμόσχευση, οι δέκτες μπορεί να κινδυνεύσουν από κάποια μόλυνση ή αντίδραση στα τοξικά αντιαπορριπτικά φάρμακα.

Παρά τις παραπάνω προειδοποιήσεις, οι επιστήμονες προσθέτουν ότι για πολλούς ανθρώπους –θύματα γενετικών διαταραχών, πυροβολισμών, επιθέσεων ζώων, εγκαυμάτων ή άλλων ατυχημάτων– τα μοσχεύματα μπορούν να απαλύνουν ή ακόμα και να σβήσουν παραμορφώσεις που τους αφήνουν εκτεθειμένους σε πειράγματα, διακρίσεις, απομόνωση και σοβαρή κατάθλιψη.

Συμβατικές τεχνικές της πλαστικής χειρουργικής είναι συχνά ανεπαρκείς, και μπορούν να αφήσουν ουλές και παραμορφώσεις στα σημεία του σώματος από τα οποία αφαιρέθηκε ιστός για να μεταφερθεί στο πρόσωπο. Αντίθετα, τα μοσχεύματα προσώπου έχουν μεταμορφώσει τη ζωή σχεδόν όλων των δεκτών που επέζησαν. Οι δέκτες επανέκτησαν την ικανότητα να τραφούν, να πιουν, να μιλήσουν πιο καθαρά, να μυρίσουν, να χαμογελάσουν, να ανοιγοκλείσουν τα μάτια, ενώ πολλοί αναδύθηκαν από τον εξοστρακισμό και την κατάθλιψη. Τέσσερις από τους δέκτες έχουν επιστρέψει στη δουλειά ή στο σχολείο. (Τρεις ασθενείς έχασαν τη ζωή τους).

Η ιδέα ενός ατόμου να «φοράει» το πρόσωπο ενός άλλου ανθρώπου, τρόμαξε αρχικά πολλούς επικριτές. Αντίθετα όμως σε αυτούς τους φόβους, κανείς από τους δέκτες δεν θυμίζει εμφανισιακά τον δότη. Το νέο πρόσωπο «είναι ένα μοναδικό μείγμα του δότη και του δέκτη και δεν υπάρχει περίπτωση να αναγνωρίσει κάποιος τον δότη να περπατάει στο απέναντι πεζοδρόμιο», λέει ο δρ Εδουάρδο Ροντρίγκες από το ιατρικό κέντρο Langone που Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης που ηγήθηκε επιστημονικής ομάδας που πραγματοποίησε ολική μεταμόσχευση προσώπου το 2012.

Ο δρ Ροντρίγκες, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας που συνέγραψε την εν λόγω ανασκόπηση, εξηγεί ότι για ένα χρόνο αυτός και οι συνάδελφοί του μελέτησαν την ιατρική βιβλιογραφία και έκαναν συνεντεύξεις με κάθε έναν από τους χειρουργούς που πραγματοποίησαν τις 28 αυτές επεμβάσεις. Οι Γάλλοι χειρουργοί φαίνεται να ηγούνται στις μεταμοσχεύσεις προσώπου έχοντας πραγματοποιήσει δέκα εγχειρήσεις. Επτά μεταμοσχεύσεις έχουν πραγματοποιηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, επτά στην Τουρκία, τρεις στην Ισπανία και από μία σε Βέλγιο, Κίνα και Πολωνία.

Κάποια ευρήματα τους εξέπληξαν. Οι δέκτες αρχικά ένιωθαν τα νέα πρόσωπα μουδιασμένα, σαν να επέστρεφαν από τον οδοντίατρο. Παρ’ όλα αυτά το μούδιασμα κρατούσε για μήνες. Οι σκεπτικιστές αμφέβαλαν αν οι δέκτες θα επανακτούσαν ποτέ τις φυσιολογικές αισθήσεις του προσώπου, όπως να νιώσουν ένα φιλί ή το δροσερό αέρα, ή να μυρίζουν το φρεσκοκουρεμένο γρασίδι. Κάποιοι όμως τα κατάφεραν από τους τρεις πρώτους μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Αλλοι αμφισβητίες έλεγαν ότι η επιδιόρθωση των νεύρων θα έπαιρνε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε δεν θα απέφερε λειτουργικά οφέλη, όπως για παράδειγμα η κατανάλωση τροφής ή η κατάποση. Παρότι η αποκατάσταση των κινητικών λειτουργιών ήταν πιο αργή, κάποιοι ασθενείς κατάφεραν να ενώσουν τα νέα τους χείλη μέσα σε έξι μήνες και να κλείσουν το στόμα τους σε οκτώ μήνες. Δύο χρόνια τους πήρε περίπου μέχρι να μπορέσουν να χαμογελάσουν, και τα επόμενα οκτώ χρόνια συνέχισαν να βλέπουν βελτίωση.

Από τους τρεις δέκτες που πέθαναν, ο ένας προσπαθώντας να αποφύγει τις ανεπιθύμητες ενέργειες των αντιαπορριπτικών, ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων κατέφυγε σε άλλη θεραπευτική αγωγή, η οποία οδήγησε σε πολλαπλά απορριπτικά επεισόδια και τελικά τον θάνατο.

Ο δεύτερος, ο οποίος πραγματοποίησε ταυτόχρονα μεταμοσχεύσεις και στα δύο του χέρια, εκδήλωσε μόλυνση σε ένα από τα μοσχεύματα και πέθανε δύο μήνες μετά την πολλαπλή εγχείρηση.

Ο τρίτος θάνατος επήλθε από επανεμφάνιση καρκίνου σε φορέα του ιού HIV που είχε υποβληθεί σε  εγχείρηση καρκίνου πριν από τη μεταμόσχευση προσώπου.

Οι θάνατοι υπογραμμίζουν την ανάγκη καλύτερων μέτρων «επιλογής» υποψήφιων με υποβόσκουσες ιατρικές παθήσεις και τον αποκλεισμό από τη διαδικασία εκείνων που κρίνονται πιθανώς «ανυπάκουοι» καταλήγει ο δρ Ροντρίγκες.