ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Τι μας διδάσκει η χορήγηση αναισθητικού για τη συνείδηση

Τι μας διδάσκει η χορήγηση αναισθητικού για τη συνείδηση

Πριν από περίπου μία δεκαετία, μία 43χρονη γυναίκα υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση για υστερεκτομή. Η εγχείρηση ξεκίνησε και όλα έδειχναν να κυλούν ομαλά, μέχρι τη φοβερή εκείνη στιγμή που η αναισθησία σταμάτησε να δρα. Η γυναίκα ούτε μπορούσε να ανοίξει τα μάτια της ούτε να κουνήσει τα δάχτυλά της. Προσπάθησε να αναπνεύσει, αλλά ακόμα και αυτό το βασικό αντανακλαστικό δεν φαινόταν να λειτουργεί· στον λαιμό της είχε τοποθετηθεί ένας σωλήνας. Ηταν ξύπνια πάνω στο χειρουργικό τραπέζι, αλλά παγωμένη, χωρίς να μπορεί να πει σε κανέναν τι της συμβαίνει.

Πολλά τέτοια τρομακτικά περιστατικά έχουν αναφερθεί σε έρευνες σχετικές με την αναισθησία, καθώς η χορήγηση αναισθητικού είναι ισορροπία σε τεντωμένο σχοινί. Μεγάλη ποσότητα μπορεί να σκοτώσει, ενώ μικρή μπορεί να οδηγήσει σε περιστατικά όπως το παραπάνω. Για κάθε 1.000 ασθενείς που υποβάλλονται σε γενική αναισθησία, ένας με δύο δεν είναι τόσο αναίσθητοι όσο φαίνονται. Οι άνθρωποι αυτοί θυμούνται τους γιατρούς να μιλούν και νιώθουν το χειρουργικό μαχαίρι, ενώ το σώμα τους είναι ακίνητο και απαθές. Για το άτυχο αυτό 0,13% των ασθενών δεν υπάρχει αποτελεσματική λύση, αφού η συνείδηση δεν είναι κάτι που μπορεί να μετρηθεί.

Σύμφωνα με τον Τζορτζ Μασάουερ, καθηγητή Αναισθησιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, υπάρχουν δύο αλληλένδετα μυστήρια γύρω από την αναισθησία. «Πρώτον, δεν μπορούμε να καταλάβουμε πλήρως πώς δρουν τα αναισθητικά, τουλάχιστον σε νευρολογική βάση, και δεύτερον, στην πραγματικότητα δεν μπορούμε ακόμα να καταλάβουμε ούτε τι είναι η συνείδηση ούτε πώς τη δημιουργεί ο εγκέφαλος», λέει ο δρ Μασάουερ. Εφ’ όσον λοιπόν λείπει ένας ακριβής τρόπος μέτρησης της συνείδησης, οι αναισθησιολόγοι καταγράφουν κάποιες ενδείξεις της, όπως για παράδειγμα την παρουσία συγκεκριμένων εγκεφαλικών κυμάτων, κάποιες φυσικές αντιδράσεις ή την ευαισθησία στον πόνο. Αν οποιαδήποτε από αυτές κάνει την εμφάνισή της, τότε οι γιατροί ρυθμίζουν ανάλογα τη δοσολογία.

Ερεθίσματα

Ο Μάικλ Αλκάιρ, καθηγητής Αναισθησιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Ιρβιν, ήταν από τους πρώτους επιστήμονες που, από τη δεκαετία του ’90, άρχισαν να μελετούν πώς η νευρική λειτουργία σχετίζεται με τη συνείδηση. «Αν ο ασθενής έχει τις αισθήσεις του, συγκεκριμένα ερεθίσματα μπορούν να ταξιδέψουν σε όλο τον εγκέφαλο», λέει ο δρ Αλκάιρ αναφερόμενος στα πρόσφατα αποτελέσματα μιας ερευνητικής ομάδας από το Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο της Βραζιλίας και του Ουισκόνσιν στο Μάντισον των ΗΠΑ. «Στην αντίθετη περίπτωση που ο ασθενής δεν έχει τις αισθήσεις του, το ίδιο ερέθισμα εμφανίζεται τοπικά στον εγκέφαλο και σύντομα σβήνει», προσθέτει ο Αλκάιρ.

Αυτή η ανακάλυψη συναρπάζει τον Αλκάιρ, επειδή ενισχύει την υπάρχουσα θεωρία για τη λειτουργία της συνείδησης. Ο Μασάουερ έχει επανειλημμένως αποδείξει, σε αντίθεση με την κοινή λογική, ότι τα αισθητήρια δίκτυα του εγκεφάλου ανθρώπων που δεν έχουν τις αισθήσεις τους παραμένουν τοπικά λειτουργικά, παρότι η ενδοεγκεφαλική επικοινωνία έχει καταρρεύσει. Με άλλα λόγια, τα φώτα στο σπίτι είναι ανοιχτά, αλλά το Ιντερνετ και οι γραμμές τηλεφώνου έχουν κοπεί.

Η παραπάνω αμερικανο-βραζιλιάνικη έρευνα θα μπορούσε να καταδεικνύει ότι όταν απουσιάζει η συνείδηση, τα διαφορετικά μέρη του εγκεφάλου δεν συνδέονται μεταξύ τους και έτσι το σήμα πεθαίνει. Από αυτό προκύπτει, επίσης, ότι τα αναισθητικά λειτουργούν καλύτερα, όταν κόβουν αυτήν την επικοινωνία. Πώς γίνεται, όμως, όλη αυτή η ανθρώπινη εμπειρία να προκύπτει από ένα τόσο μικρό ηλεκτρικό σήμα;

Οι νευροεπιστήμονες γνωρίζουν ότι η συνείδηση δεν κατοικεί σε ένα μόνο μέρος του εγκεφάλου και η μελέτη της παρουσιάζει πολλές δυσκολίες για τους ερευνητές. Τον τελευταίο αιώνα, λοιπόν, είχαν ασχοληθεί με αυτήν περισσότερο οι φιλόσοφοι, οι οποίοι επίσης δεν φαίνεται να συμφωνούν σε πολλά. Για παράδειγμα, ο φιλόσοφος Τζον Σιρλ περιγράφει τις αισθήσεις σαν μία καθαρά υποκειμενική εμπειρία: αυτό που έχεις όταν ξυπνάς το πρωί και χάνεται όταν κοιμάσαι το βράδυ (ή όταν πεθαίνεις, εξαρτάται από το πόσο άσχημη ήταν η μέρα σου). Ο φιλόσοφος Ντάνιελ Ντένετ έγραψε το βιβλίο «Η ερμηνεία της συνείδησης», στο οποίο, σε αντίθεση με τον Σιρλ, υποβαθμίζει τελείως την υποκειμενική διάσταση της συνείδησης.

Και παρότι οι επιστήμονες δεν έδιναν ιδιαίτερη σημασία σε αυτές τις φιλοσοφικές συζητήσεις για το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα, όταν η αναισθησία άρχισε να διερευνάται πιο συστηματικά, αποτέλεσε απόδειξη του ότι οι επιστήμονες είναι απαραίτητο να μελετήσουν σε μεγαλύτερο βάθος τη λειτουργία της συνείδησης. «Δεν φτάνει να μην αντιδρά ο ασθενής στον πόνο για να υποθέσεις ότι δεν έχει τις αισθήσεις του», λέει ο αναισθησιολόγος Στιούαρτ Χάμεροφ από το Πανεπιστήμιο της Αριζόνας των ΗΠΑ, που το 1994 διοργάνωσε το πρώτο διεπιστημονικό συνέδριο, στο οποίο έφερε κοντά επιστήμονες και φιλοσόφους και έθεσε τις βάσεις για την έκτοτε διερεύνηση των δεσμών μεταξύ αναισθησίας και συνείδησης. Και αυτό διότι ενώ ο εγκέφαλος είναι απαραίτητος για να υπάρξει συνείδηση, πιθανώς να μη «χρειάζεται» εγκέφαλος για να αισθανθεί κανείς πόνο.

Ολο και περισσότερες έρευνες σχετικά με το τι συμβαίνει στον εγκέφαλο υπό την επήρεια αναισθητικών προτείνουν ότι η σύνθεση και η ενσωμάτωση πληροφοριών σε διαφορετικά μέρη του εγκεφάλου είναι ο καλύτερος τρόπος να μετρήσεις τη συνείδηση. Σε μία έρευνα που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Ιούνιο στο επιστημονικό περιοδικό Anesthesiology, ο δρ Μασάουερ προτείνει ότι τα μηχανήματα μέτρησης των αναισθησιολόγων θα ήταν πιο αποτελεσματικά αν αντί να καταγράφουν την παρουσία ηλεκτρικών σημάτων που παράγονται στον εγκέφαλο, καταγράφουν πώς αυτά τα ηλεκτρικά σήματα κινούνται μέσα στον εγκέφαλο. Μία τέτοια συσκευή ίσως να μπορούσε να εξαλείψει το 0,13% των περιπτώσεων των άτυχων ασθενών που είναι «ξύπνιοι» στο χειρουργικό τραπέζι.