ΣΤΙΛ

Ιβάν, ο χορευτής που ξαφνικά όλοι θέλουμε να γνωρίσουμε

Ιβάν, ο χορευτής που ξαφνικά όλοι θέλουμε να γνωρίσουμε

Από την Κατερίνα Ιωακείμ

Μεσημέρι Σαββάτου, στο κέντρο της πόλης, μια μικρή ομάδα τυμπανιστών έχει προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στον πεζόδρομο μπροστά από τη στοά Σπυρομήλιου. Περαστικοί, μικροπωλητές, χίπστερ και κοστουμάτοι σε μια περίεργη συμμαχία δεν με αφήνουν να κάνω βήμα. Περνώντας ανάμεσα από δύο παρέες πιτσιρικάδων, που βγάζουν ανά δευτερόλεπτο selfies με το κινητό τους, φτάνω επιτέλους μπροστά από το Μικρό Παλλάς με δεκαπέντε λεπτά καθυστέρηση. Ο Ιβάν Σβιτάιλο στέκεται μπροστά από την αφίσα του θεάτρου και κοιτάζει το ρολόι του. Πίσω του ο Μενέλαος, τον οποίο υποδύεται στον Τρωικό Πόλεμο, φαντάζει πολύ πιο επιβλητικός. Γελάω με την αντίθεση και του συστήνομαι. Μου αρέσει η φωνή του. Και το χαμόγελό του μου αρέσει, γιατί μαρτυρά αμηχανία. Έναν τόσο ωραίο άντρα συνήθως στην αρχή δεν τον ακούς όταν σου μιλάει. Περισσότερο τον παρατηρείς. Τον Ιβάν τον άκουσα να μιλάει μια ολόκληρη ώρα, χωρίς να τον παρατηρώ πολύ. Γιατί τελικά εκείνο που είναι τόσο ωραίο σε αυτόν το χορευτή από την Κριμαία είναι η συναρπαστική ιστορία της ζωής του και ο τρόπος που τη διηγείται. 

«Θα σου πω μια ιστορία. Την πρώτη μέρα που κάθισα στο θρανίο του γυμνασίου, η φιλόλογος με ρώτησε πώς με λένε. Εγώ της απάντησα “Ιβάν” και εκείνη είπε σε όλους τους μαθητές ότι το “Ιβάν” στα ελληνικά είναι “Γιάννης”. Για ένα μεγάλο διάστημα, μέχρι να πάρω ελληνική ταυτότητα στα χέρια μου και να δω το όνομά μου επίσημα πλέον γραμμένο κάπου, με φώναζαν “Γιάννη”. Κι όταν παρέλαβα την ταυτότητά μου, συνειδητοποίησα ότι είμαι Ιβάν στην Αθήνα και όχι Ιβάν στη Ρωσία ή Γιάννης στην Ελλάδα» λέει και γυρίζει το χρόνο πίσω, για να μου πει πώς έγιναν όλα. «Γεννήθηκα στη Γιάλτα, μια μικρή πόλη στα νότια της Κριμαίας, το 1985 και τα τελευταία είκοσι χρόνια ζω στην Αθήνα. Ο κόσμος με ρωτάει αν είμαι Ουκρανός, Ρώσος ή Έλληνας. Το επίθετό μου είναι ουκρανικό, η μητρική μου γλώσσα είναι η ρωσική. Περισσότερο νιώθω πως εδώ ανήκω, στην Αθήνα».

Τη δεκαετία του ’90 η Κριμαία ζει τις τρομερές εντάσεις που προκαλεί η διάσπαση της Σοβιετικής Ένωσης. Οι οικογένειες δοκιμάζονται. Άλλες αντέχουν, άλλες πάλι όχι. «Η μητέρα μου, όταν ήμουν 10 ετών, αποφάσισε να κάνει το διδακτορικό της στη Φιλοσοφική του Καποδιστριακού. Στα 38 της, πήρε τη δύσκολη απόφαση να αφήσει μια ζωή και να αρχίσει μια άλλη» εξηγεί και κάθε φορά που μιλάει για τη μαμά του, την Αγάπη, η φωνή του αλλάζει χροιά. Δεν της κρατάει θυμό για τη σκληρή –για ένα μικρό παιδί– απόφαση να τον πάρει από τον κόσμο του και να τον πάει μακριά: «Ήταν τόσο μεγάλη η αλλαγή! Σκέψου ότι, από μια γειτονιά σε μια παραλιακή πόλη 100.000 κατοίκων, βρίσκομαι σε μια πρωτεύουσα σαν την Αθήνα και ζω στη φοιτητική εστία του Ζωγράφου».

Με απόφαση της μητέρας του φοιτά παράλληλα σε ελληνικό και ρωσικό σχολείο, «για να μάθω και τις δύο γλώσσες και να μην το μετανιώνω αργότερα», αλλά στην εφηβεία κατάλαβε τι ακριβώς είχε συμβεί στη ζωή του: «Τότε ήταν που επέλεξα να κάνω χορό, που αποδέχτηκα το όνομά μου και την καταγωγή μου. Από τη Ρωσία ξεκίνησα να κάνω χορό, ως παιδάκι στο σχολείο. Γενικά ήμουν ένα παιδί πολύ υπερκινητικό. Η μάνα μου έλεγε ότι από μωρό βιαζόμουν να ζήσω. Στην Αθήνα έκανα ελληνικούς χορούς. Ήθελα να βρίσκομαι πάντα εκεί που είχε μουσική. Είμαι σίγουρος πως, αν δεν γινόμουν χορευτής, θα γινόμουν μουσικός. Για τραγουδιστής μην τα ρωτάς… Θα δείξει. Φάλτσος δεν είμαι, γιατί, αν ήμουν, δεν θα πήγαινα ποτέ στο Just the 2 of Us».

Πολύ γρήγορα έφτασε στο Just the 2 of Us! Μπερδεύτηκα. Το κατάλαβε, γέλασε κι έπιασε ξανά την ιστορία από τη μέση: «Η μαμά μου σήμερα διδάσκει ελληνική γλώσσα στο πανεπιστήμιο της Γιάλτας. Εγώ δεν γύρισα, γιατί η Αθήνα είναι η πόλη μου. Στη Γιάλτα έζησα ως παιδί. Σίγουρα είναι καλό να επιστρέφεις εκεί που γεννήθηκες, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να αποχαιρετάς και να συνεχίζεις. Η μάνα μου δεν μου θύμωσε που έμεινα πίσω. Ήθελε να συνεχίσει το όραμά της και γι’ αυτό χρειάζονται θυσίες. Κι εγώ, για να είμαι πλήρης, πρέπει να βρίσκω το δρόμο μου κι αυτό προϋποθέτει ταξίδι. Έχω ζήσει στη Νέα Υόρκη δύο χρόνια κι εκεί δεν ένιωθα ούτε Ρώσος ούτε Έλληνας. Νιώθω διαφορετικός, αλλά περισσότερο Έλληνας».

Οι ισορροπίες ενός ανθρώπου βεβαίως διαταράσσονται όταν συμβαίνει κάτι κακό. Οι εξελίξεις στην Κριμαία θα περίμενε κανείς να ταράξουν τον κόσμο τον Ιβάν. «Έχω συνηθίσει τα απρόβλεπτα. Τι μπορείς να κάνεις; Να μπεις σε έναν πανικό, ενώ δεν έχεις καμία δυνατότητα να ελέγξεις τα πράγματα; Αντιμετωπίζω την κατάσταση με ηρεμία, όπως το καθετί. Ανησυχήσαμε το πρώτο διάστημα και μιλούσαμε πολύ όλη η οικογένεια για όλες τις λεπτομέρειες. Τώρα που ηρέμησαν τα πράγματα, συζητάμε για όλα τα υπόλοιπα, τα καθημερινά, τα δικά μας. Οι γονείς μου χαίρονται που είμαι στην τηλεόραση. Είναι φυσικό επακόλουθο της δουλειάς μου, άλλωστε. Και η προβολή το ίδιο. Δεν νιώθω ότι έχω να κρύψω κάτι. Αν κάτι θέλει ο κόσμος να μάθει, ρώτησέ με. Ας το μάθει».

Τον ρωτάω, λοιπόν, ποια είναι η πιο συναρπαστική ιστορία που θα μπορούσε να μου διηγηθεί. Ξαφνιάζεται. Παίζει αμήχανα με το κινητό του. Το αφήνει στο τραπεζάκι μετά από λίγα λεπτά. Είναι έτοιμος: «Οι πιο συναρπαστικές ιστορίες είναι… από παντού. Κινδύνεψα και στη φοιτητική εστία αλλά και στη Νέα Υόρκη, όπου βρέθηκα με υποτροφία από το Ίδρυμα Ωνάση. Έκανα επέμβαση σκωληκοειδίτιδας ενώ ήμουν ανασφάλιστος. Πονούσα. Πήγα σε έναν αστυνομικό στην Time Square και ζήτησα βοήθεια. Με πήγαν στο νοσοκομείο και ήμουν εντελώς μόνος. Αυτό μου στοίχισε την πιο καλή συνεργασία που θα μπορούσα να έχω με μια ομάδα χορού. Συνέβη ενώ δουλεύαμε ήδη ρεπερτόριο και ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε σε περιοδεία. Αναγκάστηκα να μείνω πίσω. Πόσο συναρπαστικό είναι αυτό, ε; Συναρπαστικό επίσης είναι να είσαι 10 ετών παιδί και να ανακαλύπτεις ότι ζεις σε ένα δεκαώροφο κτίριο με 100 δωμάτια σε κάθε όροφο, με κοινά ντους και κοινές τουαλέτες. Σήμερα, ως ενήλικας, έχω τη δυνατότητα να πω “Χριστέ μου, πού είχα ζήσει!”. Δεν το ένιωσα ποτέ, όμως, ως παιδί. Ακόμη και σήμερα θεωρώ τη φοιτητική εστία σπίτι μου. Καμιά φορά μού λείπει. Πάω εκεί και κάθομαι στον 9ο όροφο, που έχει θέα όλη την Αθήνα, γιατί με γειώνει. Μου θυμίζει ποιος είμαι».

Με τη δουλειά στάθηκε τυχερός, αν σκεφτεί κανείς σε πόσες καλές δουλειές είναι σήμερα. «Θα έλεγα ότι η πιο σημαντική δουλειά που έχω κάνει ποτέ μου είναι σερβιτόρος στη Νέα Υόρκη για να επιβιώσω. Γιατί τότε παίρνεις αποφάσεις ζωής. Όταν είσαι στις καλύτερες σκηνές της Αθήνας, μπορείς να το βιώνεις όπως θες. Από την άλλη, βέβαια, δεν μπορώ να μην αναφέρω τον Γιάννη Κακλέα, με τον οποίο είμαι σχεδόν δέκα χρόνια μαζί και αυτός με εισήγαγε στη δουλειά. Σημαντικό είναι και που σήμερα έχω παραστάσεις, πρόβες, τηλεόραση. Αυτή είναι η καθημερινότητά μου. Τη μοιράζομαι με τον αδελφό μου, με τον οποίο μένουμε μαζί. Δεν είχε έρθει μαζί μας όταν πρωτοήρθαμε στην Αθήνα, γιατί είναι μεγαλύτερος και έπρεπε να μείνει στη Γιάλτα να τελειώσει το σχολείο. Σπούδασε στην ΑΣΟΕΕ, αλλά δεν προσαρμόστηκε όπως εγώ. Είχε την ανάγκη να επιστρέψει. Τον λένε Μιχάλη. Ανάποδα, ε;»…

Ο Ιβάν Σβιτάιλο είναι ένας άντρας που θέλεις να γνωρίσεις καλύτερα. Να σου λέει ιστορίες, να ενθουσιάζεται όταν μιλάει για το θέατρο, να θυμώνει για όσα πήγαν στραβά στη Νέα Υόρκη, να γίνεται σκληρός απέναντι στη γυναικεία απόρριψη. Και να γίνεται παιδί όταν μιλάει για όσα αγαπάει πολύ. Θα τον βρεις στο θέατρο, στα πλατό, στην πίστα ή σε μια παραλία του Αλίμου νωρίς το πρωί να κοιτάζει τη θάλασσα παρέα με το σκύλο του, τον Γιούρι.

Συνέντευξη από το ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΥΝΑΙΚΑ που κυκλοφορεί κάθε τρίτη Κυριακή του μήνα με την Καθημερινή.