ΑΠΟΨΕΙΣ

Προστασία της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης

Σ​​ε αυτή τη συγκυρία ραγδαίων πολιτικών ανακατατάξεων και αμφισβήτησης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, το κρίσιμο διακύβευμα είναι η αποτελεσματική προστασία του κράτους δικαίου και ιδιαίτερα της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης από πολιτικές παρεμβάσεις. Το κράτος δικαίου είναι συνυφασμένο με τη δυνατότητα της Δικαιοσύνης να ελέγχει τις πράξεις της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας, λειτουργώντας ως ανάχωμα στην κρατική αυθαιρεσία. Η ιστορική εμπειρία μάς δείχνει ότι μικρή αξία έχει η λαϊκή κυριαρχία –ευεπίφορη συχνά σε επικίνδυνες εκτροπές της πλειοψηφίας– αν δεν οριοθετείται από το κράτος δικαίου.

Η προστασία του κράτους δικαίου και η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης πλήττονται από αυταρχικές κυβερνήσεις που αποπειρώνται να την ποδηγετήσουν καταφεύγοντας, μεταξύ άλλων, κατά παραβίαση της ισοβιότητας, σε πρόωρη αντικατάσταση δικαστών των ανωτάτων δικαστηρίων με πολιτικά προσκείμενους δικαστές. Οι μέχρι σήμερα απρόσφορες προσπάθειες τόσο της Επιτροπής όσο και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και άλλων πολιτικών δυνάμεων, π.χ. στην περίπτωση της Πολωνίας, κατέδειξαν την έλλειψη αποτελεσματικού ευρωπαϊκού μηχανισμού προστασίας της Δικαιοσύνης. Μολονότι το κράτος δικαίου είναι μία από τις κοινές αξίες της Ε.Ε. και κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ε.Ε., ενώ το άρθρο 7 της ΣΕΕ προβλέπει κυρώσεις στην περίπτωση παραβίασής του, ο υπάρχων μηχανισμός είναι αλυσιτελής, εφόσον προϋποθέτει δυσεπίτευκτες ομοφωνίες στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Αυτήν την καίρια αδυναμία της ευρωπαϊκής δημοκρατίας έρχεται να θεραπεύσει η πρόσφατη νομολογία (υπόθεση C-64/16 της 27/2/2018, Ενωση Πορτογάλων Δικαστών) του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΕ), προσδιορίζοντας τη δυνατότητα ενεργοποίησης του ευρωπαϊκού μηχανισμού προσφυγών σε περίπτωση παραβίασης της ανεξαρτησίας της εθνικής Δικαιοσύνης. Είναι δυνατόν σε υπόθεση ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ένας διάδικος να ζητήσει την παραπομπή της υπόθεσης, μέσω προδικαστικού ερωτήματος, στο ΔΕΕ για να διαπιστώσει αν υπάρχει παραβίαση της ανεξαρτησίας του εθνικού δικαστηρίου. Επιπλέον, οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που θεμελιώνει δικαίωμα μπορεί να καταγγείλει στην Επιτροπή ένα κράτος-μέλος για παραβίαση της ανεξαρτησίας εθνικών δικαστηρίων του. Στη συνέχεια η Επιτροπή, εφόσον κρίνει ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία, μπορεί πλέον να προσφύγει εναντίον αυτού του κράτους-μέλους στο ΔΕΕ, ακόμη και με επείγουσα διαδικασία, ζητώντας προσωρινά μέτρα για την αναστολή εφαρμογής της σχετικής κυβερνητικής αποφάσεως. Με άλλα λόγια, το ΔΕΕ καθίσταται ο ανώτατος κριτής για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης από πολιτικές παρεμβάσεις κυβερνήσεων.

Το σκεπτικό του ΔΕΕ είναι ότι τα εθνικά δικαστήρια αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ευρωπαϊκού συστήματος δικαστικής συνεργασίας, εξ ου και η ανεξαρτησία τους είναι υπόθεση του ενωσιακού δικαίου. Με αυτό τον τρόπο, το ΔΕΕ ανάγει σε ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό κανόνα την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που περιλαμβάνει την αρχή της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης των κρατών-μελών. Κατά συνέπεια, η ανεξαρτησία της ελληνικής Δικαιοσύνης δεν είναι απλά εθνική υπόθεση: η προστασία της αφορά άμεσα την ευρωπαϊκή έννομη τάξη και, σε περίπτωση παραβίασής της, ο κάθε ενδιαφερόμενος μέσω της διαδικασίας υποβολής καταγγελίας στην Επιτροπή, ή ο εθνικός δικαστής μέσω προδικαστικού ερωτήματος, θα μπορούσε να φέρει την υπόθεση στο ΔΕΕ.

Αυτήν τη δύσκολη περίοδο για την Ευρώπη, το ΔΕΕ υπερασπίζεται αποτελεσματικά την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και θωρακίζει τη δημοκρατία. Παράλληλα, στέλνει το μήνυμα πως η κρίσιμη μάχη της Ευρώπης απέναντι στην ξενοφοβία, στον φασισμό, στις διακρίσεις και στον επελαύνοντα «τοξικό» λαϊκισμό θα πρέπει να δοθεί στο πεδίο της προστασίας των δημοκρατικών αξιών και του κράτους δικαίου, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση της ανοικτής κοινωνίας που είναι η Ευρώπη και τα κράτη-μέλη της.

* Ο κ. Γιώργος Ζαββός είναι σύμβουλος Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του προέδρου της Ν.Δ.