ΑΠΟΨΕΙΣ

Tα 19 χρόνια της ασφάλειας των Αγώνων της Αθήνας 2004

Χρησιμοποιώ παραλλαγή του τίτλου του εξαίρετου άρθρου του κ. Τάσου Τέλλογλου στην «Καθημερινή» της Κυριακής 2.12. 2018 για τα 13 χρόνια της υπόθεσης C4Ι.

Ενα από τα πρώτα και σοβαρότερα θέματα που απασχόλησαν τη διοίκηση της Αθήνα 2004 Α.Ε. ήταν η ασφάλεια των αγώνων του 2004 στην Αθήνα, ακόμη και κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως πρώτου προέδρου της (Ιανουάριος 1998 – Ιούλιος 1999). Ασχολήθηκα προσωπικά μ’ αυτό πριν από 19 χρόνια και το παρακολουθούσα από τότε, πάντα ενδιαφερόμενος για την επιτυχία των Αγώνων μας. Επισκέφθηκα ειδικώς προς τούτο την άνοιξη του 1998 στο Νέο Δελχί, μαζί με τον πρέσβη μας στην Ινδία κ. Ιωάννη Ζέπο, τον Ινδό μέλος της ΔΟΕ, εκ των υπευθύνων για τα θέματα ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων, στρατηγό ε.α., Ashwini Kumar. Του εξέθεσα τα μέτρα που άρχισε να λαμβάνει η τότε κυβέρνηση Σημίτη για την ασφάλεια των Αγώνων. Τα γνωρίζαμε, γιατί μέλος του Δ.Σ. μας ήταν ο δικηγόρος Γιάννης Παπαδογιαννάκης, γεν. γραμματέας του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως τότε. Ηταν «συμβατικά» και ανταποκρίνονταν στις τότε προδιαγραφές της ΔΟΕ. Διαψεύδεται έτσι η αναφερόμενη από τον κ. Τέλλογλου κατάθεση κάποιου «πρώην υποστρατήγου» μάρτυρος στον ανακριτή Δ. Ορφανίδη ότι «έως το 2002 δεν είχε γίνει το παραμικρό για το έργο ασφαλείας των Ο.Α.».

Ολα άλλαξαν μετά το τρομοκρατικό κτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη. Οι Αγώνες της Αθήνας το 2004 θα ήταν οι πρώτοι που θα διεξάγονταν μετά το τραγικό αυτό γεγονός. Οι ΗΠΑ επέβαλαν αμέσως στη ΔΟΕ την εντολή, προς τις διοργανώτριες αγώνων πόλεις, εγκατάστασης ενισχυμένων συστημάτων ασφαλείας, των λεγομένων και «πανοπτικών». Περί το τέλος του 2001 η ΔΟΕ ειδοποίησε την τότε διοίκηση της Αθήνα 2004 ότι η μη εγκατάσταση τέτοιου συστήματος θα προκαλούσε την επίδειξη εκ μέρους της «κίτρινης κάρτας», με κίνδυνο τελικής ματαίωσης των Αγώνων του 2004.

Εν τω μεταξύ, ιδιωτικές εταιρείες παροχής υπηρεσιών ασφαλείας συνέπηξαν επειγόντως κοινοπραξίες κυρίως με εταιρείες ηλεκτρονικών συστημάτων αιχμής. Αμερικανικοί κύκλοι την ίδια εποχή προσπάθησαν να μας επιβάλουν την επιλογή μίας αμερικανικής εξ αυτών, με απευθείας ανάθεση. Η επιμονή του τότε πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη για διεξαγωγή διαγωνισμού τη ματαίωσαν. Συνεστήθη επιτροπή από το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως με εκπρόσωπο και από την Αθήνα 2004 τον κ. Β. Λάζαρη και η τεχνική προδιαγραφή για τη διεξαγωγή του διαγωνισμού ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 2002. Η διαγωνιστική διαδικασία τελικά διεξήχθη όπως την περιγράφει ο κ. Τέλλογλου στο άρθρο του, μεταξύ δύο αμερικανικών κοινοπραξιών, της TRF και της SAIC, η μεν πρώτη με την τεχνολογία του γαλλικού κολοσσού Thales της Dassault, η δε δεύτερη με τη γερμανική Siemens. Επιλέχθηκε η μειοδότρια SAIC, που διέθετε, ελλείψει των σημερινών drones και αερόστατο για την αφ’ υψηλού παρακολούθηση των Αγώνων. Εγκαιρα το 2003 η χώρα μας απέκτησε το κατάλληλο σύστημα ασφαλείας και ιδίως πέτυχε λόγω της επιμονής του κ. Σημίτη σε ανταγωνιστική διαδικασία να εξοικονομηθούν προς όφελος του ελληνικού Δημοσίου περί τα 200 εκατ. ευρώ!

Η ανάξεση της υποθέσεως με νέους μάρτυρες από τον εμπνευστή και οργανωτή της πρόσφατης καμπάνιας λασπολογίας του ΣΥΡΙΖΑ κατά του κ. Σημίτη, χυδαίο σύντροφο του πρωθυπουργού, Πολάκη, αλλά και συλλήβδην κατά παντός πρώην πολιτικού αντίπαλου, μόνο από το αίσθημα πανικού του σημερινού καθεστώτος προ της τελικής του πτώσεως δικαιολογείται.

* Επ. δικηγόρος Δ.Ν., τ. βουλευτής Επικρατείας.