ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανέστης Μπαμπατζιμόπουλος: Το απόσταγμα μιας γεμάτης, πλούσιας ζωής

29s15plk--2

Μιλούσε με υπερηφάνεια για τον παππού του, ο οποίος είχε ιδιόκτητους αμπελώνες στους Δελιώνες Σηλυβρίας, το 1875 ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη την εταιρεία Μπαμπατζίμ και παρήγε κρασιά αλλά και εξαιρετικό απόσταγμα σταφυλιού. «Ηταν φημισμένος ρακιντζής. Τη δική του ρακή έπιναν σχεδόν σε όλους τους οντάδες», έλεγε ο Ανέστης Μπαμπατζιμόπουλος, που στις 24 Δεκεμβρίου έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 78 ετών.

Το 1922, με την ανταλλαγή πληθυσμών, η οικογένειά του ήρθε στην Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν πρώτα στη Χρυσούπολη και έπειτα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, από τους «καζανάδες» της Παναγίας Χαλκέων, της συνοικίας των χαλκουργών, ο δαιμόνιος παππούς αγόρασε τον πρώτο του άμβυκα και μέσα σε λίγα χρόνια, αν και διένυε την όγδοη δεκαετία της ζωής του, κατάφερε όχι μόνο να σταθεί και πάλι στα πόδια του, αλλά και να ανοίξει καταστήματα στη Θεσσαλονίκη, στην Καβάλα, στη Χρυσούπολη και στη Δράμα.

Ο εγγονός του δεν πρόλαβε να τον γνωρίσει. Γεννήθηκε το 1940, όταν εκείνος είχε πια πεθάνει και έμελλε να δει και τον πατέρα του να πεθαίνει νέος. Ομως η μητέρα του, μια πολύ δυναμική γυναίκα, αποφάσισε να κρατήσει μόνη της το μαγαζί της Θεσσαλονίκης, στον Βαρδάρη. Ο Ανέστης τη βοηθούσε με όλες του τις δυνάμεις. Και όταν μεγάλωσε, έπαιρνε το φορτηγάκι και μοίραζε από το πρωί μέχρι το βράδυ εμπορεύματα σε όλη τη Μακεδονία. «Ηταν σαν να αποφοίτησα από πέντε πανεπιστήμια», συνήθιζε να λέει.

anestis-mpampatzimopoylos-to-apostagma-mias-gematis-ploysias-zois0
Ο Ανέστης πιτσιρικάς, στην οικογενειακή επιχείρηση εμπορίας οίνων και ποτών, στη Θεσσαλονίκη.

Μέχρι τότε η επιχείρηση μόνον εμφιάλωνε και εμπορευόταν οίνους και ποτά. Αλλά ο νεαρός Μπαμπατζιμόπουλος θέλησε να δοκιμαστεί και στην παραγωγή. Πριν από λίγα χρόνια, όταν είχα την τύχη να με ξεναγήσει στο πανέμορφο κτήμα που με κόπο και μεράκι είχε δημιουργήσει στις πλαγιές του Βερτίσκου, στον νομό Θεσσαλονίκης, τον ρώτησα τι τον είχε κάνει να αλλάξει ρότα. Και εκείνος άρχισε να μου μιλάει για τη γιαγιά του, τη Θεανώ, που τον επηρέασε βαθιά: «Οταν ήμουν παιδί, αντί για παραμύθια, μου έλεγε την ιστορία της οικογένειας: πώς καλλιεργούσαν τα αμπέλια, πώς τα τρυγούσαν, πώς έφτιαχναν τα αποστάγματα στα καζάνια. Ολα αυτά φαίνεται ότι, χωρίς να το συνειδητοποιώ, “δούλευαν” μέσα μου. Και όταν έφτασα στα 32… λόξευσα, πώς να σας το πω. Αποφάσισα πως δεν ήθελα πια να ασχολούμαι με την εμφιάλωση, αλλά να ζήσω –και να δημιουργήσω– στη φύση. Εβγαλα, λοιπόν, τις γραβάτες και τα παπιγιόν και το 1972 άρχισε η μεγάλη περιπέτεια της ζωής μου. Αγόρασα τα πρώτα 27 στρέμματα στην Οσσα Λαγκαδά».

Δεν ήταν εύκολη αυτή η μετάβαση. Από την άνετη ζωή της Θεσσαλονίκης –με το Μεντιτερανέ, όπου σύχναζαν οι παρέες της εποχής, και τους χορούς των «Ανεμώνων»– ο Ανέστης βρέθηκε στην ύπαιθρο, να σκάβει τη γη. Ηταν τυχερός, όμως, γιατί σύντομα έμελλε να ενδιαφερθεί για τις δραστηριότητές του η μεγάλη κυρία του ελληνικού οίνου, η Σταυρούλα Κουράκου. «Οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες. Με τον καιρό έμαθα να σέβομαι τα αμπέλια. Διάβασα ό,τι υπήρχε στη βιβλιογραφία, άρχισα να ανακαλύπτω τον πλούτο των ξένων ποικιλιών και φύτεψα Cabernet Sauvignon, Merlot, Chardonnay». Αργότερα ήρθε η σειρά των ελληνικών ποικιλιών, που έκτοτε αποτελούσαν τον πυλώνα της παραγωγής του κτήματός του: Ξινόμαυρο, Ροδίτης, Μαλαγουζιά, Μοσχοφίλερο, Μαλβάζια.

Το 1988, η κυκλοφορία του πρώτου του εμφιαλωμένου τσίπουρου ήταν κοσμοϊστορικό γεγονός. «Μέχρι τότε δίναμε μόνο χύμα, με τους ντενεκέδες», όπως εξηγούσε ο ίδιος. «Ομως η αγορά δεν ήταν εξ αρχής έτοιμη. Την πρώτη χρονιά, από τους 200 τόνους που πουλούσαμε, πέσαμε στους 16. Αλλά ήμουν αποφασισμένος. Είπα: Ακόμα κι αν πρέπει να τρώω μόνο τυρί και ψωμί, δεν θα επιτρέψω κανένα πισωγύρισμα. Και δικαιώθηκα».

Πράγματι, δικαιώθηκε. Ο Ανέστης Μπαμπατζιμόπουλος ήταν εκείνος που άνοιξε τον δρόμο ώστε τα ελληνικά αποστάγματα, κυρίως το τσίπουρο, να βγουν από την ανυποληψία.

anestis-mpampatzimopoylos-to-apostagma-mias-gematis-ploysias-zois1
Το πανέμορφο Κτήμα Μπαμπατζιμόπουλου στην Οσσα Λαγκαδά.

Το 2000 ολοκληρώθηκε το οινοποιείο του, που έβαλε τη βάση για την ενασχόλησή του με τον οινοτουρισμό. Μέσα στην επόμενη δεκαετία χτίστηκαν το εστιατόριο –Εργαστήριο Γαστρονομίας και Εφαρμογής, σύμφωνα με τον επίσημο τίτλο του– και το καφενείο. Και τα δύο κτίρια είναι πέτρινα. «Ούτε ένα κυβικό μέτρο πέτρα δεν αγόρασα. Μέσα από τ’ αμπέλια τις έβγαλα όλες. Και αυτά ξαλάφρωσαν, και εγώ έκανα τη δουλειά μου», καμάρωνε ο ίδιος.

Συντροφιά με τη φύση

Το λάτρευε το κτήμα. Απολάμβανε την ηρεμία του. «Εχω πολλούς φίλους εδώ: χήνες, αγριοπερίστερα, φάσες, λαγούς, τσακνιάδες, ερωδιούς, ζαρκάδια, αλεπούδες. Και πάνω απ’ όλα, τα κλήματα. Δες τα! Δεν είναι υπέροχο το πώς βρίσκει τη δύναμη αυτό το φυτό και ομορφαίνει μέρα με τη μέρα; Αυτό βλέπω και γίνομαι θεριό ανήμερο.

Ούτε από κάματο καταλαβαίνω ούτε από γεράματα. Αν κουραστεί το ένα τρακτέρ, παίρνω το άλλο. Αλλά δεν σταματώ», μου είπε σε εκείνη την τελευταία συνέντευξη.

Κι αφού περπατήσαμε στον αμπελώνα και κατεβήκαμε στο κελάρι –εκεί όπου οι πολυθρόνες και το μαγκάλι από το γραφείο του παππού Ανέστη, στην Κωνσταντινούπολη, και ένας άμβυκας απόσταξης 260 ετών, από την Αρμενία, βρίσκονταν σε περίοπτη θέση– ο οικοδεσπότης μας μπήκε στην κουζίνα, για να μαγειρέψει για τον φωτογράφο Βαγγέλη Ζαβό και εμένα. Εστρωσε το τραπέζι με ένα σωρό μεζέδες, άνοιξε κι ένα μπουκάλι κρασί. Κουβεντιάζαμε για ώρες.

«Καμιά φορά κοιτάζω πίσω και αναρωτιέμαι πώς κατάφερα να μάθω και να κάνω τόσα πράγματα. Είμαι τυχερός. Εχω δώσει πολλά… ρεσιτάλ στη ζωή μου, αλλά, περίεργο πράγμα, δεν νιώθω καθόλου κουρασμένος», μου είπε ξεπροβοδίζοντάς με. «Αν με ένα μαγικό ραβδάκι μπορούσατε να με μεταφέρετε σαράντα χρόνια πίσω, την ίδια ακριβώς διαδρομή θα ακολουθούσα. Αυτή την ποικιλία εμπειριών και συναισθημάτων που αξιώθηκα σ’ αυτόν το χώρο με τίποτα δεν την αλλάζω…».