ΑΠΟΨΕΙΣ

Η παρωχημένη, επικίνδυνη έννοια του πολιτικού εγκλήματος

Τ​​ο μόνο Σύνταγμα της Ε.Ε. που περιέχει την έννοια του πολιτικού εγκλήματος είναι το ελληνικό. Μήπως ήρθε η ώρα να αφαιρεθεί τώρα που γίνεται η αναθεώρησή του;

Στη δίκη της 17Ν δεν μου προκάλεσε έκπληξη η ένταση με την οποία οι κατηγορούμενοι απαιτούσαν να αναγνωρισθούν τα εγκλήματά τους ως πολιτικά. Και τούτο γιατί θα εύχονταν να υπαχθούν στις δύο σχετικές διατάξεις του Συντάγματος που προβλέπουν ειδικές ρυθμίσεις για τους πολιτικούς εγκληματίες: την εκδίκαση από Μεικτά Ορκωτά Δικαστήρια και τη δυνατότητα απονομής χάριτος. Ετσι θα μπορούσαν, αφ’ ενός να επηρεάσουν τους ενόρκους ακόμα και με απειλές για να αποσπάσουν επιεικείς αποφάσεις και αφ’ ετέρου να λάβουν ακόμα και αμνηστία σε περίπτωση που το πολιτικό προσωπικό θα το ήθελε (βλέπε σχετικά την προκλητικά ευνοϊκή μεταχείριση από τη σημερινή κυβέρνηση). Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός του εγκλήματος ως πολιτικού το εξευγενίζει και το διαφοροποιεί από το «κοινό» έγκλημα – όπως πολλές φορές έχουν ισχυρισθεί οι ίδιοι, τους μετατρέπει σε «πολιτικούς κρατούμενους».

Το θέμα μας σήμερα δεν είναι οι εγκληματίες της 17Ν αλλά το ευρύτερο νόημα και η θέση του πολιτικού εγκλήματος στον καταστατικό χάρτη της χώρας. Ο πλέον αποδεκτός ορισμός του πολιτικού εγκλήματος είναι ο «μεικτός», που εξετάζει τόσο την πρόθεση του δράστη όσο και την επίπτωση του εγκλήματός του.

Θα ήταν κατανοητή η ευνοϊκή αντιμετώπιση παραβάσεων του νόμου που έχουν ως κίνητρο την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και των ελευθεριών που αυτό προστατεύει. Το Σύνταγμά μας ήδη αναγνωρίζει την απείθεια ως πατριωτική υποχρέωση απέναντι στην απόπειρα κατάλυσης της συνταγματικής τάξης. Το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος (120 § 4, το παλαιότερο 114) ορίζει ότι «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία». Οπως έγραφε ο Γ. Α. Μαγκάκης: «Η συνέπεια προς τον σκοπό και το πνεύμα της διάταξης του άρθρου αυτού επιβάλλει να δεχθούμε ότι, όπως ακριβώς δεν μπορεί να είναι άδικη μια πράξη, έστω βίαιη, που αποβλέπει στη διαφύλαξη του δημοκρατικού πολιτεύματος, έτσι ακριβώς δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως άδικη και εκείνη που σκοπεύει στην αποκατάστασή του, γιατί και οι δύο υπεραμύνονται της δημοκρατίας». Αυτό θα έπρεπε να αρκεί για την προστασία αυτών που παραβιάζουν τον νόμο στο όνομα της προστασίας του πολιτεύματος.

Σε κατάσταση όμως συνταγματικής ομαλότητας πώς είναι δυνατόν να προκύπτουν εγκλήματα που να δικαιολογούν ειδική αντιμετώπιση; Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ν. Αλιβιζάτος: «…όλες σχεδόν οι ευρωπαϊκές χώρες που είχαν εισαγάγει παρόμοιες διατάξεις (σ.σ. για το πολιτικό έγκλημα) παλαιότερα, τις κατάργησαν. Διότι την επαύριον του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με την πανηγυρική αναγνώριση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, κρίθηκε ότι ο στρεφόμενος κατά της δημοκρατίας με αξιόποινες πράξεις και προπάντων με χρήση βίας δεν δικαιούται ούτε και αξίζει προνομιακή μεταχείριση. …Θα πρέπει, αντίθετα, να αντιμετωπίζεται ως κοινός εγκληματίας. Δεν αναφέρομαι σε αυταρχικά καθεστώτα ούτε σε δικτατορίες … αναφέρομαι απεναντίας στις συνταγματικά ώριμες δημοκρατίες».

Ο νόμος μας, ελληνικός και ευρωπαϊκός, προσφέρει πλέον πλούσια προστασία στην πολιτική έκφραση, κάτι που δεν υπήρχε τον 19ο αιώνα (οι διατάξεις περί πολιτικού εγκλήματος πρωτοεισήχθησαν το 1848). Δεν χρειάζεται επομένως προσφυγή στην έστω και χαμηλής έντασης παρανομία για να ακουστεί κάποια πολιτική άποψη ή διεκδίκηση. Αντίθετα, η διακριτική μεταχείριση κάποιων εγκλημάτων προσβάλλει την αρχή της ισονομίας άλλα και τον απαραίτητο σεβασμό προς τους νόμους.

Δεν υπάρχει συνεπώς χώρος για την ειδική μεταχείριση του πολιτικού εγκλήματος στο Σύνταγμα. Οπως έγραφα παλαιότερα «…όσοι επικαλούνται ότι είναι πολιτικοί εγκληματίες αξίζουν αυστηρότερη τιμωρία από οποιονδήποτε άλλον, για τον ίδιο λόγο που επιφυλάσσουμε ιδιαίτερα αυστηρή αντιμετώπιση στην προδοσία … όταν ο εγκληματίας επικαλείται ως στόχο του την πολιτειακή ανατροπή, είναι προφανές ότι πρέπει να αντιμετωπίζει τη μηδενική ανοχή της δημοκρατίας».

Η κατάργηση του πολιτικού εγκλήματος στο Σύνταγμα γίνεται ακόμα πιο επίκαιρη λόγω των πρόσφατων πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα και στον κόσμο. Η χρήση βίας για πολιτικούς στόχους έχει συνδεθεί κυρίως με την άκρα Αριστερά, αλλά παρατηρούμε και την ακροδεξιά να βαπτίζει τη βία της πολιτική και να τη χρησιμοποιεί με αυξανόμενη συχνότητα και ένταση. Εχει διαμορφωθεί μία κατάσταση ανοχής στην παρανομία και έχει ουσιαστικά καταλυθεί το κρατικό μονοπώλιο της βίας. Η αποκατάσταση της κανονικότητας προϋποθέτει μία επιβεβαίωση, αλλά και ανανέωση, του κοινωνικού συμβολαίου. Το Σύνταγμα είναι η βασική θεσμική αποτύπωση αυτού του συμβολαίου. Δεν έχει θέση στο νέο κοινωνικό μας συμβόλαιο μια διάταξη του 19ου αιώνα που κλείνει το μάτι στην παρανομία, αρκεί να επικαλείται πολιτικά κίνητρα.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι ευκαιρία να σταλεί ένα ηχηρό μήνυμα σε όσους ακόμα εκφράζονται μέσω της πολιτικής βίας. Ενα μήνυμα ότι δεν έχουν θέση στη σημερινή Ελλάδα όσοι χρησιμοποιούν τα όποια ιδεολογήματά τους ως πρόφαση για την εγκληματική τους δράση.

* Ο κ. Γιώργος Μομφεράτος είναι οικονομολόγος.