ΑΠΟΨΕΙΣ

Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις

3012idees

«Η​​​​ γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει», μας έλεγε η μάνα μου όταν ήμασταν παιδιά. Η λαϊκή παροιμία συνοψίζει αυτό που γνωρίζουμε διαισθητικά: η γλώσσα δεν χρησιμοποιείται απλώς για να περιγράψουμε τον κόσμο, αλλά ορίζει πώς σχετιζόμαστε με τον κόσμο. Αν λ.χ. σε πατήσω στο μετρό, σου ζητώ «συγγνώμη» – εκφράζω τη λύπη μου για κάτι που αθέλητα έκανα. Αν χρησιμοποιώ λέξεις που σε υποτιμούν, αποκαλύπτω κάτι για μένα και τη σχέση μας. Η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη.

Σχολιάζοντας την τρομοκρατική επίθεση στον ΣΚΑΪ, ο συγγραφέας Π. Τατσόπουλος έγραψε («Τα Νέα», 18/12/2018): «Οι λέξεις παράγουν αποτελέσματα. Οι λέξεις εκλύουν τοξίνες». Και διευκρινίζει: «Εάν με την εμπρηστική ρητορική σου […] στοχοποιήσεις τους πολιτικούς σου αντιπάλους ως “εχθρούς”, δεν θα πρέπει έπειτα να μένεις εμβρόντητος επειδή κάποιοι άλλοι […] ερμήνευσαν κυριολεκτικά τα λόγια σου ή, ακόμη πιο κυνικά, τα χρησιμοποίησαν ως πρόσχημα για να περάσουν από τις λέξεις στις πράξεις […]». Οξυδερκής σκέψη. Ας εμβαθύνουμε.

Εκφορές

Πώς παράγουν οι λέξεις αποτελέσματα; Το ερώτημα αυτό απασχόλησε τον Βρετανό φιλόσοφο Τζον Λάνγκσοου Οστιν στο κλασικό βιβλίο του «Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις». Ο Οστιν διέκρινε δύο είδη γλωσσικών εκφορών (δηλαδή γλωσσικών εκφράσεων): «διαπιστωτικές» και «επιτελεστικές». Με τις διαπιστωτικές εκφορές περιγράφουμε μια κατάσταση – π.χ. «χιονίζει στην Πάρνηθα». Με τις επιτελεστικές «η διατύπωση της εκφοράς είναι η επιτέλεση μιας πράξης». Π.χ. «θα σκίσω το Μνημόνιο» (υπόσχεση), «συλλάβετέ τον» (διαταγή), «συγγνώμη» (έκφραση λύπης). Με άλλα λόγια, σε τέτοιες περιπτώσεις, κάνουμε κάτι μιλώντας – δίνουμε υποσχέσεις, διαταγές κ.λπ.

Η διάκριση αυτή μας βοηθάει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν περνάμε από τις «λέξεις» στις «πράξεις», αλλά ότι, συχνά, οι λέξεις συνιστούν πράξεις διά της εκφοράς τους. Ο υπουργός Πολάκης, που χαρακτηρίζει τον ΣΚΑΪ «βοθροκάναλο», ο βουλευτής Γεωργιάδης, που αποκαλεί τον πρωθυπουργό Τσίπρα «αλήτη», ή ο μητροπολίτης Αμβρόσιος, που προτρέπει τους πολίτες να «φτύνουν» τους ομοφυλόφιλους, δεν εκφέρουν απλώς λέξεις. Επιτελούν μια πράξη – εκχυδαϊστική απαξίωση.

Μια εκφορά έχει ισχύ σε τρία επίπεδα. Κάποιος π.χ. φωνάζει: «Το σπίτι έπιασε φωτιά». Στο πρώτο επίπεδο αρθρώνεται το νόημα της εκφοράς (το σπίτι καίγεται). Στο δεύτερο επίπεδο τίθεται το ερώτημα τι κάνει αυτή η εκφορά, πώς, δηλαδή, πρέπει να εκληφθεί – εν προκειμένω, ως προειδοποίηση. Στο τρίτο επίπεδο αναζητούνται οι συνέπειες που προκαλεί η εκφορά – εμπρόθετες (π.χ. συναγερμός) ή απρόθετες (π.χ. πανικός).

Η χυδαία απαξιωτική γλώσσα (π.χ. «βοθροκάναλα», «αλήτη», «φτύστε τους») αποκτά δραστικότητα (δηλαδή κάνει κάτι) εφόσον υπάγεται στις συμβάσεις της γλωσσικής συμπεριφοράς μας – στην κοινότητά μας ξέρουμε πώς να απαξιώνουμε χυδαία τον συνομιλητή μας. Το ερώτημα είναι: γιατί ομιλητές με θέση ευθύνης (υπουργός, βουλευτής, μητροπολίτης) επιλέγουν αυτή τη γλώσσα και γιατί αυτή η γλώσσα γίνεται ανεκτή; Γιατί η πολιτική διαμάχη μετατρέπεται συχνά σε ανταλλαγή χυδαίων προσβολών; Τι αποκαλύπτει αυτή η γλωσσική χρήση για την πολιτική και θεσμική μας νοοτροπία; Μήπως η συγκρουσιακή κουλτούρα, που διαπερνά τον δημόσιο βίο, ωθεί μερικούς θεσμικούς ομιλητές να υιοθετούν υβριστική γλώσσα, η οποία μας εξοικειώνει με τη χυδαιότητα, εντείνοντας τη συγκρουσιακότητα;

Οι συνέπειες μιας εκφοράς είναι συχνά απρόθετες. Μπορεί η πρόθεση του κ. Πολάκη να ήταν η εκχυδαϊστική απαξίωση του ΣΚΑΪ, αλλά η έκφρασή του («βοθροκάναλα») δυνητικά προκαλεί παρενέργειες. Η αμφίσημη γλώσσα, που συχνά χρησιμοποιείται, ενδέχεται να χάσει τη μεταφορικότητά της και να εκληφθεί κυριολεκτικά.

Συνέπειες

Προτροπές όπως «φτύστε τους» (Αμβρόσιος), «Πρέπει ο [δήμαρχος] Πάχτας να μην μπορεί να κυκλοφορήσει. Λιντσάρετέ τον» (Καμμένος), εύκολα μπορούν να εκληφθούν στην κυριολεξία τους. Εφόσον τα «βοθροκάναλα» συνιστούν εστίες μολύνσεως του δημόσιου λόγου, «πρέπει» να εξαλειφθούν – με βόμβες, ενδεχομένως. Οι συνέπειες της εμπρηστικής γλώσσας δεν καθορίζονται από τον ομιλητή. Στο μέτρο που μια εκφορά από ηγετικά χείλη επιτελεί μια πράξη, όσο πιο χυδαίο είναι το περιεχόμενό της, τόσο πιο απεχθείς ενδέχεται να είναι οι συνέπειές της.

Πριν από το Ολοκαύτωμα, λ.χ., οι ναζί συστηματικά αποκαλούσαν τους Εβραίους «σκουλήκια», «αρουραίους», κ.λπ. Η απανθρωποποίηση μιας κατηγορίας ανθρώπων ήταν απαραίτητος όρος για τη συστηματική εξόντωσή της (και για την ανοχή του γερμανικού πληθυσμού σε αυτή). Ενα σταθερό μοτίβο της τρομοκρατίας είναι η γλωσσική κατασκευή της «ενοχής» ή «συνενοχής» των θυμάτων σε πράξεις που αποκηρύσσουν οι τρομοκράτες. Η λεκτική βία συνιστά πράξη, την οποία κλιμακώνει, δυνητικά, η σωματική-υλική βία.

Η διαλογικότητα είναι εγγενές στοιχείο της γλώσσας. Κάθε εκφορά, γράφει ο μεγάλος Ρώσος φιλόσοφος Μιχαήλ Μπαχτίν, συνιστά μια απάντηση σε μια άλλη εκφορά που προηγήθηκε. Η Βουλή, που ξεδιάντροπα ψηφίζει σωρηδόν χαριστικές ρυθμίσεις, εύλογα χαρακτηρίζεται «πλυντήριο» από την αντιπολίτευση. Σε αυτόν τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό θα απαντήσουν αργότερα, επιτείνοντάς τον επί το χυδαιότερο, οι εξαγριωμένοι διαδηλωτές: «Να καεί, να καεί, το μπου…λο η Βουλή». Το πλαίσιο λόγου (discourse) που διαμορφώνεται σε ένα παιχνίδι κομματικού ανταγωνισμού άνευ αρχών, απαξιώνει την πολιτική συνολικά.

Οι εκάστοτε εκφορές δεν είναι ασυνάρτητες· παίρνουν τη θέση τους στο πλαίσιο λόγου που έχει ήδη σχηματισθεί. Η επικοινωνία είναι διαδραστική υπόθεση – κάτι σαν παιχνίδι τένις. Η σωματική-υλική βία συνιστά μια απάντηση μέσα σε ένα παιχνίδι που καλλιεργεί και ανέχεται τη λεκτική βία. Οπως γνωρίζουμε από σχολικά περιβάλλοντα, η τοξική ατμόσφαιρα καθιστά τη βία πιο πιθανή. Επιπλέον, στο μέτρο που και ο πιο φανατικός τρομοκράτης νιώθει την ανάγκη να δικαιολογήσει τις πράξεις του, η χυδαία απαξιωτική γλώσσα ηγετικών προσωπικοτήτων του προσφέρει το πιο σημαντικό συστατικό (την ελάσσονα προκείμενη) του συλλογισμού του – «αποβράσματα», «καθάρματα», «βοθροκάναλα». Ξέρει, κατόπιν, τι συμπέρασμα να συναγάγει…

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.