ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα κέρδη της «Χαμένης 15ετίας»

Σ​​τα θετικά ευρήματα της «Χαμένης δεκαπενταετίας» ας καταμετρηθεί και η πλούσια παραγωγή ιστορικής σκέψης. Οταν το παρόν σε εγκαταλείπει, όταν αισθάνεσαι ότι δεν έχεις τα εργαλεία για να καταλάβεις τι σου συμβαίνει, ανατρέχεις στο παρελθόν. Οταν ξέρεις ότι η εκπαίδευση δεν σου έχει προσφέρει τις στοιχειώδεις γνώσεις που σου επιτρέπουν να εκφέρεις κρίση, τότε διαβάζεις. Αν είσαι αναγνώστης φυσικά. Και είμαι απ’ αυτούς που θεωρούν ότι η ιδιότητα του αναγνώστη είναι στάση ζωής. Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων η πλειονότης των κακοπαθημένων Ελλήνων προσπάθησε να μιμηθεί τον λόγο των οικονομολόγων. Παπαγάλιζε όρους που δεν καταλάβαινε. Το 2010 μιλούσε σαν να γνωρίζει τους μηχανισμούς του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος το οποίο το αντιμετώπιζε ως θύτη της ευημερίας του.

Οσοι εξ ημών ήθελαν να αντιμετωπίσουν την κατάπτωση με περισσότερη σοβαρότητα διάβασαν Ιστορία. Και ευτυχώς υπήρξαν συγγραφείς που τους επιδαψίλευσαν με τα αποτελέσματα των ερευνών τους. Σε προηγούμενες δεκαετίες ήταν μάλλον αδιανόητο ένα βιβλίο γραμμένο από έναν ιστορικό να βρει τέτοια και τόση ανταπόκριση στους αναγνώστες. Στη «Χαμένη δεκαπενταετία» όμως διαμορφώθηκε ένα κοινό που συνειδητοποίησε ότι η Ελλάδα για να ορθοποδήσει πρέπει να διαβεί τα όρια του μύθου και να βρεθεί στην επικράτεια της Ιστορίας.

Αναφέρω ενδεικτικά, και ζητώ εκ των προτέρων συγγνώμη από όσα ονόματα θα παραλείψω. Ξεκινώ από τα έργα του Στάθη Καλύβα και του Νίκου Μαραντζίδη για τον Εμφύλιο που χτυπήθηκαν με τα μυθοποιημένα στερεότυπα.

Σκέφτομαι τον Θάνο Βερέμη, τον Κώστα Κωστή, τον Γιώργο Μαυρογορδάτο, τον Γιώργο Δερτιλή και όσους μου έδωσαν τη δυνατότητα να περιηγηθώ στις περιπέτειες της σύγχρονης Ελλάδας τις οποίες εν πολλοίς αγνοούσα. Τις αγνοούσα μάλλον από βαρεμάρα, κινητήριο δύναμη της αδιαφορίας. Κι αν βαριόμουν ήταν γιατί δεν είχα κείμενα ικανά να μου κινήσουν το ενδιαφέρον. Ως θαυμαστής του Παπαρρηγόπουλου περιμένω από την ιστορική αφήγηση τη γοητεία της γραφής. Και οφείλω να πω πως οι ιστορικοί συγγραφείς της τελευταίας δεκαετίας μου τα προσέφεραν. Ο ιστορικός πρέπει να είναι συγγραφέας. Αλλιώς οι έρευνές του δεν ξεπερνούν τα όρια του εργαστηρίου του. Το πέρασμα από τον μύθο στην Ιστορία το κατάλαβα, αν και δεν είμαι ιστορικός, όσο διάβαζα για να γράψω το «Βερονάλ», την αφήγηση της αυτοκτονίας του Ιωάννου Συκουτρή. Εκεί συνειδητοποίησα πως ακόμη και τα στερεότυπα για την πολιτεία του Ιωάννου Μεταξά και την προσωπικότητά του είναι γεννήματα μιας μυθικής σύγκρουσης ανάμεσα στο «καλό» και το «κακό». Πόσοι ξέρουν ότι ο Μεταξάς υπερασπίστηκε τον Συκουτρή; Και πόσοι είναι έτοιμοι να το παραδεχθούν, ακόμη κι αν το ξέρουν;

Ιστορία είπατε; Με εντυπωσίασε ένας πολιτικός, με ηγετικό ρόλο, ο οποίος σε μια ιδιωτική συζήτηση –γι’ αυτό και δεν αναφέρω το όνομά του– μου είπε ότι διαβάζει τη βιογραφία του Περικλή του Vincent Azoulay διότι ήθελε να δει πώς συμπεριφέρεται σε συνθήκες δημοκρατίας ένας ηγέτης που κατάγεται από αριστοκρατικό γένος. Μα δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να προσεγγίσουμε την αρχαιότητά μας. Μάθημα αυτογνωσίας είναι. Κι αυτήν την αυτογνωσία της δημιουργίας προσπάθησα να κυκλώσω στο τελευταίο μου μυθιστόρημα, τη «Σελάνα – το μυθιστόρημα του Παρθενώνα». Πώς ανταποκρίνεται ένα κοινό του 2018 σε μια μυθιστορηματική βιογραφία του Ικτίνου, του αρχιτέκτονα του ναού; Με ενδιαφέρον; Και πώς προκύπτει αυτό το ενδιαφέρον; Ο Παρθενώνας είναι μπροστά στα μάτια μας, τον βλέπουμε κάθε μέρα, όμως ξεφεύγει απ’ την καθημερινότητά μας, την κοιτάζει αφ’ υψηλού, σαν να θέλει να την κρίνει, ενώ συγχρόνως εκπέμπει και την τρυφερότητα της συνύπαρξης, αναγνωρίζει ότι υπάρχει ακόμη χάρη σ’ αυτήν την καθημερινότητα που του γυρνάει την πλάτη. Μια σχέση που περιθάλπει όλη την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, ιστορία από «Καταστροφές και θριάμβους», όπως γράφει ο Καλύβας, και ως ένα σημείο την ιστορία της Ευρώπης. Ας μην ξεχνάμε ότι η συζήτηση για την αρχαιότητα ήταν απαγορευμένη στα χρόνια του προοδευτικού λυρισμού της μεταπολίτευσης.

Σ’ αυτήν τη «Χαμένη δεκαπενταετία» μπορεί να μη βγάλαμε καινούργια μουσική, μπορεί η καλλιτεχνική δημιουργία να περιορίστηκε σε αναμασήματα, αρχίσαμε όμως να ενδιαφερόμαστε στα σοβαρά για την Ιστορία μας. Εννοώ τους αναγνώστες, τη μειονότητα αυτή των Ελλήνων που ελπίζω κάποια μέρα να αποκτήσει τα δικαιώματά της, ως μειονότητα.