ΑΠΟΨΕΙΣ

Το 2019 δεν θα είναι η χρονιά των μικρών κομμάτων

Ε​​ισήλθαμε σε εκλογική χρονιά. Η εικόνα του ανταγωνισμού μεταξύ των δύο βασικών πολιτικών δυνάμεων δεν έχει μεταβληθεί ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο. Η μεν Νέα Δημοκρατία εκτός από την πρώτη θέση στοχεύει και στην αυτοδυναμία. Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την πλευρά του, έχει σταματήσει τη δημοσκοπική φθορά και προσπαθεί να ανακάμψει αυξάνοντας τη συσπείρωσή του.

Αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι το βάλτωμα των μικρών κομμάτων. Απ’ ό,τι φαίνεται το 2019 θα είναι το αντίθετο του Μαΐου 2012. Σε εκείνες τις εκλογές τα μικρά κόμματα συνέλεξαν όλα μαζί το 67% των ψήφων. Μάλιστα, τα κόμματα που είχαν ιδρυθεί από το 2010 και μετά κέρδισαν συνολικά 25%. Αν προσθέσουμε και το ποσοστό της Χρυσής Αυγής, που στις εκλογές του 2009 είχε λάβει μόλις 0,29%, προκύπτει πως ένας στους τρεις πολίτες ψήφισε κόμματα που έως τότε είτε δεν υπήρχαν είτε ήταν περιθωριακά. Και στη συνέχεια, όμως, ένα σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων έδειξε να εμπιστεύεται νέα και μικρά κόμματα. Στις τελευταίες εθνικές εκλογές, το ελληνικό Κοινοβούλιο κατέγραψε ρεκόρ παρουσίας πολιτικών κομμάτων, οκτώ το σύνολο, εκ των οποίων τα έξι από αυτά (Χρυσή Αυγή, Δημοκρατική Συμπαράταξη, ΚΚΕ, Ποτάμι, Ανεξάρτητοι Ελληνες, Ενωση Κεντρώων) κατέγραψαν αθροιστικά 30%. Αν προσθέσουμε και το ποσοστό των κομμάτων που δεν έπιασαν το όριο του 3% (π.χ. η ΛΑΕ με 2,87%), βλέπουμε πως τον Σεπτέμβριο του 2015, σχεδόν τέσσερις στους δέκα επέλεξαν συνειδητά μικρά κόμματα. Ομως, τώρα τα πράγματα δεν δείχνουν το ίδιο αισιόδοξα για τους «μικρούς».

Στο Κέντρο, οι πολιτικές δυνάμεις μαραζώνουν. Οι αφοσιωμένοι αλλά ηλικιωμένοι εναπομείναντες ψηφοφόροι του διατηρούν το Κίνημα Αλλαγής σε αξιοπρεπή επίπεδα, αλλά δεν δείχνουν ικανοί να το ωθήσουν ανοδικά. Οι προσδοκίες για δύναμη αρκετά πάνω του 10% όχι μόνο δεν επαληθεύονται αλλά, αντίθετα, τους τελευταίους μήνες οι τάσεις είναι πτωτικές. Το Ποτάμι, αφού ζάλισε τους ψηφοφόρους του με απότομα ζιγκ ζαγκ, τώρα επιχειρεί, με σημείο αφετηρίας το Μακεδονικό, να επιβιώσει στηριζόμενο στις προοδευτικές ρίζες του. Αγώνας δύσκολος, με αβέβαιη έκβαση. Και για την Ενωση Κεντρώων τα πράγματα δεν πάνε καλά. Το κόμμα δείχνει να μην προσελκύει πια διαμαρτυρόμενους ψηφοφόρους που αναζητούν το «καλτ» στην πολιτική. Ακόμη κι εντός Βουλής, τα παραπάνω κόμματα κινδυνεύουν να απολέσουν την ικανότητα να επηρεάσουν τις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις. Η πιθανότητα να διατηρήσουν αυτήν τη δυνατότητα συνδέεται με τη μη αυτοδυναμία κάποιου κόμματος (δηλαδή της Ν.Δ.) στις ερχόμενες εκλογές.

Στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει στασιμότητα. Το ΚΚΕ έχει συνηθίσει σε αυτήν την κατάσταση ήδη από τις αρχές του ’90. Είναι εντούτοις εξαιρετικά ενδιαφέρον πως από τη δημοσκοπική πτώση του ΣΥΡΙΖΑ δεν βγαίνουν κερδισμένοι οι πρώην σύντροφοι του Αλέξη Τσίπρα. Η Λαϊκή Ενότητα του Π. Λαφαζάνη, η Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου και η ΜεΡΑ25 του Γ. Βαρουφάκη κινούνται σε χαμηλά ποσοστά και κανένα από τα τρία, προς το παρόν, δεν δείχνει ιδιαίτερη δυναμική. Οι πιθανότητες να ξεπεράσουν το κατώφλι του 3% σχετίζονται με την ικανότητα να υπερβούν τις μεταξύ τους διαφορές και να κατέλθουν ενιαία στις εκλογές. Πιθανό, αλλά όχι βέβαιο. Πάντως, είναι απορίας άξιον πώς η δεξιά μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ δεν ωφέλησε σημαντικά κανένα από τα κόμματα που βρίσκονται εξ αριστερών του.

Στα δεξιά της Ν.Δ., η Χρυσή Αυγή, παρά το γεγονός πως η πολιτική συγκυρία λόγω της ατζέντας του Μακεδονικού είναι βολική γι’ αυτήν, δεν δείχνει ανοδικές τάσεις. Σε όλες τις δημοσκοπήσεις, η στασιμότητα της Χ.Α. αποτελεί τον κοινό παρονομαστή. Το ερώτημα εάν η μόδα του εξτρεμισμού έχει οριστικά παρέλθει ή απλώς πρόκειται για μια προσωρινή ύφεση, είναι νωρίς να απαντηθεί. Οι ΑΝΕΛ βρίσκονται σε φάση διάλυσης. Αυτή τη στιγμή είναι το κοινοβουλευτικό κόμμα με τις μικρότερες πιθανότητες παραμονής στο Κοινοβούλιο. Το κόστος της συγκυβέρνησης με τον ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται πως θα πληρωθεί ακριβά. Το μόνο κόμμα στα δεξιά της Ν.Δ. που δείχνει τάσεις ανόδου είναι το «μακεδονομαχικό» κόμμα του Κ. Βελόπουλου, η Ελληνική Λύση. Κι εδώ όμως υπάρχει δρόμος ακόμη για να απαντήσει κάποιος αν στο Κοινοβούλιο θα εμφανιστεί ένα νέο κόμμα.

Συνοπτικά, οι επόμενες εκλογές ενδέχεται να σηματοδοτήσουν μια νέα πολιτική φάση και έναν νέο κύκλο δικομματισμού. Εφόσον η Ν.Δ. πετύχει αυτοδυναμία και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το δεύτερο κόμμα με μεγάλη απόσταση από οποιοδήποτε άλλο, πιθανότατα το μέλλον της ελληνικής πολιτικής να αφορά κυρίως δύο κόμματα-παρατάξεις.

Μια Κεντροδεξιά που θα καλύπτει τον χώρο από τις παρυφές της Ακροδεξιάς μέχρι το φιλελεύθερο κέντρο και μια Κεντροαριστερά, που θα καλύπτει τον χώρο από τη ριζοσπαστική αριστερά έως το προοδευτικό κέντρο. Οσοι από τους «μικρούς» καταψήφισαν την αναλογική στη Βουλή μάλλον το έχουν μετανιώσει τώρα.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Κεράλα (Ινδία).