ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι μπορεί και τι θέλει η Ν.Δ.

Τι μπορεί και τι θέλει η Ν.Δ.

​Η λογική επικράτησε, όπως φαίνεται, και η Ν.Δ. τελικά δεν θα προχωρήσει σε πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης, με αφορμή τη συμφωνία των Πρεσπών. Ευτυχώς.

Η Ν.Δ. δεσμεύθηκε –διά του προέδρου της μάλιστα– ότι θα κάνει ό,τι μπορεί για να μην περάσει η συμφωνία. Καλώς ή κακώς, η δέσμευση είναι λογική συνέπεια της αρχικής θέσης της, δηλαδή να καταψηφίσει τη συμφωνία. Η θέση αυτή ήταν η σωστή, ανεξαρτήτως της γνώμης του καθενός για τη συγκεκριμένη συμφωνία. Οχι επειδή αυτό υπαγορεύει το τυφλό δόγμα της «δομικής αντιπολίτευσης» τού όχι σε όλα, αλλά επειδή αυτό επιβάλλει η συνολική εικόνα της κατάστασης. Και η εικόνα αυτή μας δείχνει ότι αυτή η φορά δεν είναι όπως οι προηγούμενες. Αυτή η περίπτωση είναι διαφορετική, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα ΠΑΣΟΚ του 1980, είναι αυτό που λέει το όνομά του: κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς (ένας άλλος τρόπος για να πούμε την άκρα Αριστερά, δηλαδή…), που δεν έχει κανέναν σεβασμό στους θεσμούς και στις αξίες της αστικής δημοκρατίας.

Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η Ν.Δ. πρέπει να επιτρέψει στον εαυτό της να ξεφύγει από το πλαίσιο της λογικής και του ρεαλισμού, μέσα στο οποίο οφείλει να λειτουργεί, ούτε να παρασύρεται από τον στρόβιλο των αισθημάτων που ξεσηκώνει στην κοινή γνώμη ο καβγάς για το όνομα της ΠΓΔΜ. Ο λόγος, για τον οποίον η Ν.Δ. υπόσχεται στους ψηφοφόρους να κάνει «ό,τι μπορεί», είναι για να μην περάσει από τη Βουλή η συμφωνία των Πρεσπών. Αυτός είναι ο σκοπός της δέσμευσης: να εμποδίσει τη συμφωνία. Δεν είναι να αποδείξει πόσο πολύ θέλει να την εμποδίσει.

Το θέμα, με άλλα λόγια, είναι αν μπορεί η Ν.Δ. να εμποδίσει την υπερψήφιση της συμφωνίας, όχι αν θέλει. Και η αριθμητική της Βουλής μάς λέει ότι η Ν.Δ. δεν μπορεί να εμποδίσει τη συμφωνία – δυστυχώς, για την ίδια και όσους περιμένουν από αυτή να το πράξει. Επομένως, αλλάζει σε τίποτα αυτή η πραγματικότητα, εάν η Ν.Δ. αρχίσει να κοπανάει το κεφάλι της στο ντουβάρι για να δείξει πόσο σπαράζει για τη Μακεδονία; Διότι μια πρόταση μομφής που δεν υπερψηφίζεται ισοδυναμεί με μια κεφαλιά στον τοίχο. (Χρειάζεται να θυμίσω την τραγική περίπτωση του Σέρβου μπασκετμπολίστα που έμεινε ανάπηρος;)

Ο μόνος σοβαρός λόγος για να χρησιμοποιήσει τώρα αυτή τη δυνατότητα η αντιπολίτευση θα ήταν εάν υπήρχε η βεβαιότητα ότι η πίεση θα υποχρεώσει κάποιους από τους συνοδοιπόρους (ή προθύμους ή μηδίσαντες ή αποστάτες κ.λπ.) να αποσύρουν την εμπιστοσύνη τους από την κυβέρνηση. Υπάρχει η βεβαιότητα ή, έστω, η απλή πιθανότητα για κάτι τέτοιο; Αν δεν υπάρχει, απορώ γιατί χάνουμε τον χρόνο μας.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος από μια πρόταση δυσπιστίας που δεν θα υπερψηφιστεί είναι να πετύχει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Σκεφθείτε, συγκεκριμένα, τις ατομικές περιπτώσεις των συνοδοιπόρων της κυβέρνησης και φαντασθείτε τη θέση στην οποία θα βρεθούν αυτοί οι βουλευτές. Βρίσκετε πιθανό να υποκύψουν στην πίεση της αντιπολίτευσης και να κάνουν πίσω, όταν μόλις προ μερικών ημερών πέρασαν την ίδια δοκιμασία και επιβίωσαν; Είναι ακόμη βρεγμένοι από την πρώτη φορά, δεν θα φοβηθούν λίγη βροχή ακόμη. Επομένως, ο κίνδυνος από μια αποτυχημένη πρόταση δυσπιστίας είναι η κυβερνητική πλειοψηφία να εξέλθει ανθεκτικότερη από τη δοκιμασία και με ενισχυμένες τις πιθανότητες να συνεχίσει μέχρι τον Οκτώβριο, όπως θα ήθελε πολύ ο Τσίπρας.

Το μόνο που θα μπορούσε να πετύχει μια αποτυχημένη πρόταση δυσπιστίας είναι ένας στόχος, ο οποίος μάλλον δεν αξίζει τον κόπο. Διότι η μάχη ασφαλώς θα έφθειρε περισσότερο τους συνοδοιπόρους της κυβέρνησης, καθώς θα εξέθετε την ιδιοτέλεια, τον καιροσκοπισμό και τις αντιφάσεις τους. Θα αποτελείωνε, με άλλα λόγια, τους συμμάχους της κυβέρνησης, όχι την ίδια την κυβέρνηση. Ομως οι συνοδοιπόροι είναι ήδη τελειωμένοι στα μάτια του κόσμου. Είναι πολιτικά ζόμπι και οι περισσότεροι το γνωρίζουν, γι’ αυτό ελπίζουν μόνο σε παράταση χρόνου. Αξίζει τον κόπο, λοιπόν, να σπαταλήσεις πυρομαχικά για να μοιράσεις χαριστικές βολές στους τελειωμένους; (Στο κάτω κάτω, γιατί να τους λυτρώσεις από την αγωνία τους;)

Το φοβερό δήθεν πλεονέκτημα ότι, με την πρόταση μομφής, η αντιπολίτευση καθυστερεί την ψήφιση της συμφωνίας των Πρεσπών, κερδίζει χρόνο και βλέπουμε, είναι ντροπή και να το συζητήσουμε. Είναι κατώτερο και του επιπέδου του Καμμένου, οπότε το παραλείπω.

Ενα πολιτικό κόμμα, ιδίως όταν είναι στην αντιπολίτευση, πολύ δύσκολα μπορεί να διαμορφώνει τα γεγονότα κατά το συμφέρον του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να επιτρέπει στα γεγονότα να διαμορφώνουν εκείνα τις θέσεις του. Πρέπει πάντα να υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο, η οποία θα χανόταν τελείως εάν επικρατούσε η ιδέα της πρότασης δυσπιστίας.