ΑΠΟΨΕΙΣ

Μας ήρθε το μπαλάκι κατακούτελα

«​​Καθιστώ από τώρα υπεύθυνο τον Τσιτσιπά για τα τάκα τούκα στις παραλίες το καλοκαίρι», έγραφε ένας φίλος στο Τwitter, κάνοντάς μας να γελάσουμε με το σχόλιό του, που κρύβει πάντως και μια πικρή αλήθεια. Την υπερβολή που έχουμε ως λαός. Τις περισσότερες φορές είναι αυτοκαταστροφική, άλλες πάλι, αρκετά λιγότερες δυστυχώς, αποκαλύπτει ένα φλογερό, ασυγκράτητο πάθος που μάλλον έχουμε ξεχάσει πόσο πολύτιμο είναι και πόσο το έχουμε ανάγκη.

Τα τελευταία χρόνια, δεν ξέρω γιατί, μπορεί να φλερτάραμε πολύ με τον προτεσταντισμό τη δεκαετία της κρίσης και των μνημονίων, έχει ευδοκιμήσει η άποψη της εγκράτειας σε σχέση με την εθνική υπερηφάνεια. Να χαρούμε με την επιτυχία ενός Ελληνα αλλά όχι και να νιώσουμε εθνικά περήφανοι, γιατί η χώρα αυτή μας πληγώνει συστηματικά, μας δυσκολεύει τη ζωή, δεν συνδράμει στην προσπάθειά μας να κατακτήσουμε την επιτυχία. Δεν θα διαφωνήσω. Αλλά κάπως έτσι δεν ήταν πάντα; Αρα, παλιά τι ήταν αυτό που νιώθαμε; Ας θυμηθούμε μερικές μεγάλες στιγμές. Οταν ο Καμπούρης έβαλε τις βολές στο Ευρωμπάσκετ του ’87 και σηκώθηκε όρθιο όλο το γήπεδο κι όλη χώρα. Οταν το 2004 ο Χαριστέας με κεφαλιά έστειλε την μπάλα στο τέρμα των Πορτογάλων κι εμάς στους δρόμους να ουρλιάζουμε για το ουρανοκατέβατο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου. Οταν το 2006 παρακολουθούσαμε την Εθνική Ελλάδος Μπάσκετ στην Ιαπωνία να συντρίβει την Dream Team των ΗΠΑ. Οταν κρεμούσαν στον λαιμό τους το χρυσό μετάλλιο ο Μελισσανίδης, ο Πετρούνιας, η Στεφανίδη, η Κορακάκη, τι νιώθαμε τότε; Δεν νιώθαμε εθνική υπερηφάνεια; Και επίσης, τότε η Ελλάδα λειτουργούσε άψογα; Ηταν αξιοκρατική; Στήριζε την αριστεία;

Η εθνική υπερηφάνεια, η συγκίνηση για μια τόσο μεγάλη επιτυχία, είναι κάτι που πυροδοτείται με διαφορετικό τρόπο και ένταση στον καθένα. Δεν ερμηνεύεται και δεν αναλύεται και δεν χρειάζεται κανείς να απολογηθεί γι’ αυτήν. Είναι κάτι σαν το πάθος που φουντώνει ξαφνικά. Ισως τελικά αυτό να έχουμε χάσει.

Με τον Τσιτσιπά νιώθω ότι το ξαναβρήκαμε για λίγες μέρες. Παθιαστήκαμε, μας έπιασε αμόκ καθώς η επιτυχία μάς ήρθε από κει που δεν το περιμέναμε, σαν να μας χτύπησε κατακούτελα ένα μπαλάκι του τένις. Κι έτσι χθες το πρωί, με μια κούπα καφέ στο χέρι, συντονιστήκαμε σε τηλεοράσεις και σε υπολογιστές –κρυφά στη δουλειά– για να τον δούμε να παίζει απέναντι στον Ισπανό πρωταθλητή Ράφα Ναδάλ, στον ημιτελικό της Μελβούρνης.

Εχασε, αλλά εμείς κερδίσαμε! Απεγκλωβιστήκαμε για λίγο από το τοξικό περιβάλλον των ημερών, τις κραυγές, τις βρισιές, τις απειλές, νιώσαμε όμορφα. Ηταν σκέτη χαρά, ήταν χαρά μπολιασμένη με εθνική υπερηφάνεια, ήταν μόνο περηφάνια για έναν πιτσιρικά που μιλάει την ίδια γλώσσα με μας κι έχει μεγαλώσει σ’ αυτή τη χώρα; Δεν ξέρω, δεν το έψαξα και δεν νομίζω ότι έχει και καμία σημασία. Ηταν απλά κάτι που άστραψε και φώτισε τη μαυρίλα των ημερών.