ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια παράνομη προκαταρκτική εξέταση

Α​​μαρτήματα της διεξαγομένης για τους υπουργούς προκαταρκτικής εξετάσεως:

Α. Συμφώνως προς το άρθρο 2 παρ. 1α, εδάφιο τελευταίο, του ν. 4022/2011, «σε κάθε περίπτωση, η προκαταρκτική εξέταση που διενεργείται για τα ως άνω εγκλήματα ολοκληρώνεται μέσα σε προθεσμία δύο μηνών». Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου νόμου, εδάφιο δεύτερο, «Η ανάκριση διενεργείται κατ’ απόλυτη προτεραιότητα και ολοκληρώνεται μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών. Το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο μπορεί με βούλευμα ειδικά αιτιολογημένο να παρατείνει την προθεσμία ολοκλήρωσης της ανάκρισης εφ’ άπαξ μέχρι δύο (2) το πολύ μήνες αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι». Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει σαφώς ότι η προθεσμία ολοκληρώσεως της προκαταρκτικής εξέτασης των δύο μηνών ΔΕΝ παρατείνεται σε καμία περίπτωση, αφού ο νομοθέτης προέβλεψε παράταση ΜΟΝΟ της προθεσμίας ολοκλήρωσης της ανάκρισης και ΜΟΝΟ για δύο μήνες και ΜΟΝΟΝ αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι και ΜΟΝΟ με αιτιολογημένο βούλευμα. Αλλωστε, η προθεσμία αυτή, όπως ορίζει η ως άνω διάταξη, ολοκληρώνεται «σε κάθε περίπτωση», δηλαδή δεν μπορεί να συντρέξει καμία «περίπτωση», που να δικαιολογεί την υπέρβασή της. Επομένως, η από τριετίας διεξαγομένη σε βάρος δύο πρωθυπουργών και οκτώ υπουργών προκαταρκτική εξέταση, είναι απολύτως άκυρη, ως προς αυτούς.

Β. Οι εισαγγελείς κατά της διαφθοράς προέβησαν σε διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης κατά των δύο πρωθυπουργών και των οκτώ υπουργών, κατά παράβαση του άρθρου 86 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει, στην παρ. 1, αφενός μεν ότι «προκαταρκτική εξέταση κατά μελών της Κυβέρνησης, για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής, αφετέρου δε, ότι αν στο πλαίσιο άλλης προκαταρκτικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία, τα οποία σχετίζονται με τα πρόσωπα και αδικήματα της προηγουμένης παραγράφου, αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή, από τον διενεργούντα την προκαταρκτική εξέταση». Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει σαφέστατα ότι οι διενεργούντες την προκαταρκτική εξέταση κατά της Νοβάρτις, όταν αναφέρθηκαν τα ονόματα υπουργών ως εμπλεκομένων, έπρεπε αμελλητί, δηλαδή «αμέσως», «παραχρήμα», να διαβιβάσουν τα στοιχεία στη Βουλή. Αντιθέτως, οι διενεργούντες την προκαταρκτική εξέταση κατά της Νοβάρτις, εισαγγελικοί λειτουργοί, διενήργησαν χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής, προκαταρκτική εξέταση κατά υπουργών, όπως προκύπτει από τις υποβληθείσες ερωτήσεις προς τους προστατευόμενους μάρτυρες, μερικές των οποίων αναφέρουμε και οι οποίες αφορούσαν υπουργούς:

1. Προς την Α. Κελέση: κατά την κατάθεσή της της 28.1.2018: «Στην από 1.12.2017 ένορκη κατάθεσή σας αναφέρατε ότι περί τα μέσα του έτους 2013 ο Φρουτζής συναντήθηκε με τον τότε πρωθυπουργό της χώρας Αντώνη Σαμαρά στο Μέγαρο Μαξίμου, έχοντας μια μαύρη βαλίτσα γεμάτη με δεσμίδες χαρτονομισμάτων τα οποία παρέδωσε στον τότε πρωθυπουργό. Πώς κανονίστηκε η συνάντηση και πώς γνωρίζετε ότι τα χρήματα παραδόθηκαν στον Αντώνη Σαμαρά;».

2. Προς τον Μ. Σαράφη: κατά την κατάθεσή του της 2.2.2018, «στην από 15.1.2018: κατάθεσή σας, αναφέρατε ότι τον μήνα Μάρτιο του οικονομικού έτους 2012 ζητήθηκε από την ανώτατη Διοίκηση της Νοβάρτις επιπλέον ποσό 500.000 ευρώ, μεταξύ άλλων, για επηρεασμό κρατικών αξιωματούχων για θέματα που αφορούσαν στην εταιρεία, μάλιστα δε αναφέρατε και τα πρόσωπα αυτά. Γνωρίζετε εάν πράγματι τα ποσά αυτά ζητήθηκαν για τον επηρεασμό τους;».

3. Προς τον Ι. Αναστασίου: κατά την κατάθεσή του της 26.1.2018: «παρακαλούμε να μας προσδιορίσετε συγκεκριμένες πράξεις διαφθοράς από συγκεκριμένα πρόσωπα όπως αυτές προκύπτουν από την εικόνα της διαμόρφωσης των τιμών των φαρμάκων».

Γι’ αυτούς τους λόγους, η διενεργουμένη προκαταρκτική εξέταση από τους εισαγγελείς κατά της διαφθοράς, είναι απολύτως άκυρη.

Τούτων, ούτως, εχόντων, μοιραία, η σκέψη του εχέφρονος πολίτη πηγαίνει στον τίτλο του παρόντος…

* Ο κ. Λουκάς Λυμπερόπουλος είναι επίτιμος αρεοπαγίτης, Δ.Ν.