ΑΠΟΨΕΙΣ

Υπέρ της γενναιοδωρίας

Ο​​μολογώ πως δίστασα να γράψω για τη συμφωνία των Πρεσπών. Δεν έχω βαρύνουσα γνώμη ως προς το περιεχόμενό της, καθότι μη ειδικός σε θέματα διεθνούς δικαίου. Δέχομαι τόσο το επιχείρημα πως κάθε συμφωνία προϋποθέτει συμβιβασμούς όσο και τις ενστάσεις που έχουν διατυπωθεί περί προχειρότητας και αβλεψίας ως προς την ιθαγένεια και τη γλώσσα. Εχει άλλωστε ήδη χυθεί υπερβολικό μελάνι για το θέμα, δυσανάλογα περισσότερο από την πραγματική του υπόσταση, ενώ περισσεύει η συναισθηματική φόρτιση και απουσιάζει η ψυχραιμία.

Αλλωστε, πριν από μερικούς μήνες διατύπωσα τις απόψεις μου και έχω την αίσθηση πως λίγα πράγματα έχουν αλλάξει («Θέτοντας τις σωστές προτεραιότητες», 17/6/18). Υποστήριζα τότε πως το Μακεδονικό είναι ζήτημα μικρότερης εμβέλειας σε σύγκριση με πολύ ουσιαστικότερα οικονομικά και θεσμικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα και πως έχουμε αυτοπαγιδευθεί προσδίδοντάς του μια περιττή υπαρξιακή διάσταση, τη στιγμή μάλιστα που η θέση μας έχει ιδιαίτερα περιορισμένο έρεισμα διεθνώς. Αντιλαμβάνομαι τη βαρύτητα της ιστορικής συνείδησης που άλλωστε καλλιεργεί το κράτος, όπως και τη σημασία της επίσημης ονομασίας μιας χώρας, αλλά δεν μπορώ να παραβλέψω πως, είτε μας αρέσει είτε όχι, όταν η υφήλιος κάνει λόγο για τη Μακεδονία δεν αναφέρεται σε εμάς και αυτό δεν θα αλλάξει. Το καλύτερο στο οποίο μπορούσαμε να ελπίζουμε ήταν η συντήρηση ενός κουρελιασμένου στάτους κβο, με ένα μικρό αλλά όχι αμελητέο πολιτικό και οικονομικό κόστος.

Επιπλέον, θεωρώ πως στη συγκεκριμένη περίπτωση καθόλου δεν διακυβεύονται η εδαφική ακεραιότητα και η ασφάλεια της χώρας. Η πραγματική ουσία της συμφωνίας αφορά ευρύτερες γεωπολιτικές προτεραιότητες – και εδώ αξίζουν συγχαρητήρια στην ελληνική Αριστερά για την τόσο θερμή προώθηση των νατοϊκών στόχων! Είναι επίσης προφανές πως η κυβέρνηση επιδίωξε με τη συμφωνία αυτή να διεμβολίσει τη Ν.Δ., εκθέτοντάς τη σε πιέσεις από τα δεξιά της και αδιαφορώντας για το αν έτσι θα δημιουργούσε ένα νέο ακροδεξιό μόρφωμα ή, μάλλον, προσβλέποντας σε κάτι τέτοιο. Η μανούβρα αποφυγής της επιδίωξης αυτής από τη Ν.Δ. θεωρώ πως υπήρξε πολιτικά επιβεβλημένη και τακτικά επιτυχής παρά τις κάποιες φραστικές υπερβολές. Οσοι δε μέμφονται τη Ν.Δ. για την έξαψη των παθών, καλό θα είναι να στρέψουν τα πυρά τους στους χειρισμούς της κυβέρνησης, που δεν δοκίμασε καν να πετύχει έναν ευρύτερο συμβιβασμό – και αυτό παραβλέποντας τη γενικότερη εμπαθή συμπεριφορά της σε όλα τα μέτωπα, που όλοι πλέον γνωρίζουμε καλά.

Αν επέλεξα να επανέλθω στο θέμα αυτό, είναι γιατί επιθυμώ να υπογραμμίσω ένα επιπλέον σημείο που πιστεύω ότι δεν έχει τονιστεί αρκετά. Μια βασική προσέγγιση των διεθνών σχέσεων (ο λεγόμενος «ρεαλισμός») προκρίνει την καχυποψία και την ωμή επιβολή της ισχύος ενός κράτους έναντι άλλων ως βασική πολιτική γραμμή, γιατί το διεθνές σύστημα χαρακτηρίζεται από αναρχία και αυτό συνεπάγεται κίνδυνους. Ακόμη όμως και αν θεωρήσουμε πως η προσέγγιση αυτή είναι γενικά έγκυρη, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η ασυμμετρία ισχύος ανάμεσα στα κράτη είναι τόση ώστε μια γενναιόδωρη στάση να εμπεριέχει τη δυνατότητα προσπορισμού μεγαλύτερου κέρδους από ό,τι υποτίθεται πως εγγυάται ο «ρεαλισμός». Το κλασικό παράδειγμα είναι η στάση που κράτησαν οι νικητές των δύο παγκοσμίων πολέμων έναντι των ηττημένων. Στην περίπτωση του Πρώτου Παγκοσμίου, η επιβολή της εξαιρετικά τιμωρητικής συνθήκης των Βερσαλλιών οδήγησε στην καλλιέργεια ενός ρεβανσισμού, με τα γνωστά σε όλους αποτελέσματα. Στην περίπτωση του Δευτέρου Παγκοσμίου, το γενναιόδωρο σχέδιο Μάρσαλ υπήρξε το θεμέλιο πάνω στο οποίο επουλώθηκαν πολλές πληγές του πολέμου (και όχι μόνο) και στο οποίο οικοδομήθηκε η πρωτοφανής μεταπολεμική ευημερία, που τελικά οδήγησε και στην κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Πιστεύω, λοιπόν, πως στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν θα χάσουμε αν λειτουργήσουμε γενναιόδωρα, με εξωστρέφεια και αυτοπεποίθηση, όχι φοβικά, υστερικά και εντέλει κακομοίρικα.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.