ΑΠΟΨΕΙΣ

Ευκαιρία για μια νέα αρχή

Η ​​συμφωνία των Πρεσπών ψηφίστηκε από την ελληνική Bουλή μέσα σε κλίμα πολιτικής οξύτητας, σκληρών αντιπαραθέσεων και αλληλοκατηγοριών μεταξύ κυβέρνησης και αντιπoλίτευσης περί ακροδεξιών από τη μία και εθνοπροδοτών από την άλλη. Στην ακραία αυτή σύγκρουση συνέβαλε και το γεγονός ότι ο κ.Τσίπρας αντί να επιδιώξει μία γραμμή συνεννόησης για το εθνικό θέμα, επιχείρησε να πιάσει εξαπίνης την αξιωματική αντιπολίτευση, να τη διχάσει και να αποκομίσει κομματικά οφέλη. Το παράδοξο είναι ότι αυτός που φάνηκε ως ο κύριος πολέμιος της συμφωνίας –ο κ. Μητσοτάκης– είναι πολύ πιθανό να κληθεί να την υλοποιήσει την επόμενη μέρα.

Η ΠΓΔΜ με την ένταξή της στο ΝΑΤΟ είναι υποχρεωμένη να μετονομαστεί σε «Βόρεια Μακεδονία» –όνομα με το οποίο θα την αναγνωρίσουν επίσημα όλες οι χώρες του κόσμου– αλλά και να τροποποιήσει το σύνταγμά της αποδεχόμενη ότι δεν έχει καμία σχέση με την αρχαία ελληνική ιστορία: να εξαφανίσει κάθε αλυτρωτικό σύμβολο (σημαίες, αγάλματα, παραστάσεις) που έχουν σχέση με την εποχή του Μεγάλου Αλέξανδρου και να αλλάξει τα βιβλία Ιστορίας που διδάσκονται στα σχολεία της.

Προφανώς, οι τριβές ανάμεσα στις δύο χώρες θα μειωθούν –αφού υπήρξε λύση στο ονοματολογικό– αλλά δεν θα εξαλειφθούν, καθώς παραμένουν οι διαφορές στα ζητήματα γλώσσας και εθνικότητας. Ακόμη και ο μετριοπαθής κ. Ζάεφ μιλάει με κάθε ευκαιρία για μακεδονική εθνότητα και μακεδονική γλώσσα – κάτι που αναμένεται να ενταθεί όσο πλησιάζουν οι επόμενες εκλογές. Είναι βέβαιο, μάλιστα, πως κάποιος επόμενος πρωθυπουργός, που θα προέρχεται ενδεχομένως από το εθνικιστικό VMRO, θα χρησιμοποιήσει στο έπακρον αλυτρωτική ρητορική για να προκαλέσει.

Ωστόσο, η συμφωνία αποτελεί μία αρχή για την ομαλοποίηση των σχέσεων των δύο χωρών, ενώ θα ενισχύσει εν τοις πράγμασι τη δυνατότητα οικονομικής διείσδυσης ελληνικών επιχειρήσεων στη γείτονα, ενδυναμώνοντας και τον γενικότερο ρόλο της Ελλάδας στα Βαλκάνια. Η χώρα κινήθηκε στην κατεύθυνση που ζητούσαν –με ιδιαίτερη πίεση τον τελευταίο καιρό– όλοι οι σύμμαχοί της, η Ε.Ε. και οι ΗΠΑ, σε μία γεωπολιτική προσπάθεια της Δύσης να σταθεροποιήσει την περιοχή και να βάλει φραγμό στους διαύλους επιρροής της Μόσχας.

Η ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων και οι φιλοδοξίες της γείτονος για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση προσδίδουν στην Ελλάδα βαρύνουσα γνώμη και παρέχουν ισχυρούς μοχλούς πίεσης για να υποχρεώσει τους γείτονες να μπουν στο «καλούπι» της συνεργασίας. Στη διαδικασία αυτή κάποια «αγκάθια» που παραμένουν και ενοχλούν τις σχέσεις καλής γειτονίας μπορούν να αφαιρεθούν. Ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν τα ζητήματα αυτά δημιουργούν προβλήματα τόσο στην αλβανική μειονότητα της γείτονος όσο και σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε., όπως η Βουλγαρία.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο φόβος ορισμένων ότι η μικρή γειτονική χώρα των 2 εκατομμυρίων κατοίκων, με ΑΕΠ όσο το 10% του ελληνικού, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον από άλλες μεγαλύτερες δυνάμεις της περιοχής για να βλάψει την ακεραιότητα της Ελλάδας, κρίνεται υπερβολικός, ενώ με την ένταξη της «Βόρειας Μακεδονίας» στην Ε.Ε., κάθε τέτοια πιθανότητα μηδενίζεται.

Συμπέρασμα: Πρωτεύοντα ρόλο σε μια ανέφελη μελλοντική συνεργασία των δύο χωρών θα διαδραματίσει ο τρόπος με τον οποίο θα κινηθεί η «Βόρεια Μακεδονία». Αν, δηλαδή, θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της και θα επιδείξει σοβαρότητα στον νέο της ρόλο ή θα καταφύγει πάλι στις ζαβολιές και στη μικρομέγαλη αμετροέπεια που τη χαρακτήρισαν στο παρελθόν.

Σημαντικό, όμως, ρόλο θα παίξει και η δική μας στάση. Οταν τα Σκόπια έφυγαν από τη Γιουγκοσλαβία –το 1991– η Ελλάδα, η κύρια οικονομική και πολιτική δύναμη στην περιοχή, τα αντιμετώπισε στα πρώτα τους βήματα με έντονη καχυποψία και εχθρότητα. Αντί να απλώσουμε το χέρι να τα στηρίξουμε, τα απομονώσαμε διεθνώς και τα συνθλίψαμε. Ηταν μία λανθασμένη πολιτική που οδήγησε στη διεθνή τους αναγνώριση ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και τα έσπρωξε στην αγκαλιά της Τουρκίας. Ευκαιρία για μια νέα αρχή.