ΑΠΟΨΕΙΣ

Η κληρονομιά ενός σύγχρονου ευεργέτη

Η​​ταν σε μια συζήτηση στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών όπου ο προσφάτως εκλιπών Νίκος Μούγιαρης, ιδρυτής του Συμβουλίου Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας HALC, ξεσπάθωσε: ερωτώμενος για την ψήφο των ομογενών, και με έναν παριστάμενο πολιτικό να έχει ήδη υποσχεθεί ότι θα είναι «πρώτη προτεραιότητα» για το κόμμα του, εξέλαβε την ψήφο ως απειλή διχασμού της κοινότητας. Εμείς είμαστε πατριώτες, κρατήστε τις υποσχέσεις σας, είχε πει χειροκροτούμενος.

Είχε την εμπειρία όχι και τόσο μακρινών εποχών, όταν τα κόμματα, μέσω των γραφείων τους στο εξωτερικό, καθοδηγούσαν τη συζήτηση και μίσθωναν αεροπλάνα για να στείλουν μαζικά ψηφοφόρους να ψηφίσουν στις εθνικές εκλογές. Σήμερα, το δικαίωμα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού έχει λάβει μια άλλη, πιο επείγουσα διάσταση, μετά τη μετανάστευση 500.000 νέων κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Ο Μούγιαρης, το «πολιτικό» μνημόσυνο του οποίου έγινε στην έδρα του HALC στο Σικάγο την περασμένη εβδομάδα, ήταν ένας Κύπριος πατριώτης που είχε σημαδευτεί από την τουρκική εισβολή και την αποτυχία της διεθνούς κοινότητας να αντιδράσει. Γι’ αυτό και άφησε κληρονομιά έναν οργανισμό που εστιάζει και προωθεί τα εθνικά θέματα στην Ουάσιγκτον. Ηταν επίσης ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας που όμως ξεκίνησε πάμφτωχος, ίσως γι’ αυτό ήταν τόσο γενναιόδωρος. Αυτό που πραγματικά εμπνέει όμως επιτυχημένους εκπροσώπους της ομογένειας όπως ο Τζορτζ Τσούνης και ο Αλέξης Γιαννούλιας, οι οποίοι μίλησαν γι’ αυτόν, είναι η ηθική του ηγεσία εντός της κοινότητας, το όραμά του για τη διατήρηση του ελληνισμού στις ΗΠΑ και, σε τελική ανάλυση, τα έργα του – με κυριότερο το HALC.

Εχει ενδιαφέρον ότι οι πρώτοι σπόροι για τη δημιουργία του HALC έπεσαν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του Μπαράκ Ομπάμα για την προεδρία των ΗΠΑ, όταν ο κ. Γιαννούλιας ηγήθηκε της προσπάθειας στήριξής του από την ελληνική κοινότητα του Σικάγου, διαμορφώνοντας τις συνθήκες για μια νέα ελληνοαμερικανική οργάνωση. Εξ ορισμού, η διασπορά διευρύνει τα όρια του ελληνισμού, τον κάνει πιο πολυσυλλεκτικό, αλλά και πιο ανοικτό στον κόσμο, όπου χτίζει ισχυρές συμμαχίες. Ενα παράδειγμα είναι η προσέγγιση με τις αμερικανοεβραϊκές οργανώσεις, οι οποίες έχουν υποδειγματική διάρθρωση και μεγάλη επιρροή στην αμερικανική πολιτική σκηνή. Η προσέγγιση των δύο κοινοτήτων ξεκίνησε από το HALC και το American Jewish Committee, και πλέον έχει επεκταθεί στο Κογκρέσο, ενώ βοήθησε και στη σύσταση της τριμερούς συνεργασίας Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ.

Σύμφωνα με μελέτες, ο εθνικισμός είναι πιο έντονος στις κοινότητες της διασποράς, που αντιλαμβάνονται τις εξελίξεις πίσω στην πατρίδα με μεγαλύτερο συναισθηματισμό, έχοντας μάλιστα μικρότερη πρόσβαση στην πληροφόρηση – συχνά με ευθύνη των κυβερνήσεων. Αυτό έγινε ιδιαίτερα αισθητό κατά τη δυναμική συμμετοχή της ομογένειας στα συλλαλητήρια εναντίον της συμφωνίας των Πρεσπών. Το μοντέλο του HALC προσφέρει μια δημιουργική λύση στις σύγχρονες ανησυχίες της διασποράς: την καλλιέργεια και αξιοποίηση της νέας γενιάς, ώστε να είναι σε επαφή με τις εξελίξεις στην πατρίδα, να διατηρήσει την ταυτότητά της, αλλά και να επηρεάσει την πολιτική στις ΗΠΑ υπέρ των κοινών συμφερόντων των δύο χωρών. Το λόμπι λοιπόν το κάνουν Αμερικανοί πολίτες προς τη δική τους κυβέρνηση – δεν ασκούν εξωτερική πολιτική για λογαριασμό της Ελλάδος, αυτό γίνεται μέσω του υπουργείου Εξωτερικών και των Ελλήνων διπλωματών. Το HALC βοηθάει να γίνει ο κρίσιμος διαχωρισμός και αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για το μέλλον του ελληνισμού.