ΑΠΟΨΕΙΣ

Γράμματα Αναγνωστών

Γράμματα Αναγνωστών

Μην απαξιώνετε το εγχώριο δυναμικό

Κύριε διευθυντά 

Με έκπληξη είδα σε πρωτοσέλιδο σχόλιό σας (23/1) να συνεχίζετε την εξύμνηση του κ. Κων. Δασκαλάκη, σε συνέχεια μιας σειράς εγκωμιαστικών πρόσφατων άρθρων της εφημερίδας σας. Προς ενημέρωσή σας, ο κ. Δασκαλάκης έχει 4.496 αναφορές στο έργο του και h-index 38, όπως φαίνεται στο Google Scholar: https://scholar.google.gr/citations?user=iTv2cOgAAAAJ&hl=en. Παίρνοντας υπ’ όψιν ότι έχει 15 χρόνια από την αποφοίτησή του από το ΕΜΠ και περίπου 11 χρόνια από το διδακτορικό του από το UC Berkley, μια τέτοια ακαδημαϊκή απόδοση είναι μεν πολύ καλή, αλλά όχι εξαίρετη ή ιδιάζουσα, δεδομένου ότι σπούδασε και εργάστηκε σε πολύ καλά πανεπιστήμια που ευνοούν την έρευνα. Επομένως δεν καταλαβαίνω σε τι αποσκοπούν οι διθύραμβοι της εφημερίδας σας.

Αν ο στόχος σας είναι η ανάδειξη θετικών παραδειγμάτων, υπάρχουν τέτοια πολύ καλύτερα και στο εξωτερικό και στην Ελλάδα (ακόμα και χωρίς να τηρούνται οι αναλογίες). Αν, σαν μη ειδικοί, δεν ξέρετε ούτε εσείς ούτε οι συνεργάτες σας να διαβάζετε βιβλιομετρικά στοιχεία διαθέσιμα σε ένα λεπτό αναζήτησης, μπορείτε να ρωτήσετε κάποιον σχετικότερο.

Σίγουρα δεν βοηθάει η δημιουργία ψευτο media-persona ερευνητών, ούτε τους αναγνώστες σας ούτε τους ίδιους ερευνητές, γιατί τους κάνει καλαμοκαβαλητές. Εχουν και οι ίδιοι ευθύνη,  ισχυρίζονται ότι ήταν καθηγητές, ενώ δεν ήταν, όπως έκανε στο παρελθόν ο κ. Δασκαλάκης ή ένας πρώην απόφοιτος του ΑΠΘ που δήλωνε καθηγητής του MIT ενώ ήταν τεχνικός (system administrator). Το ίδιο όταν κάνουν αιθεροβάμονες προτάσεις προς εντυπωσιασμό των ιθαγενών ή όταν προσφέρουν εκλαϊκευμένο ρηχό talk show, όταν τους προσκαλούν πρόθυμοι ιθαγενείς, έχοντας κάνει τεράστια καμπάνια προβολής της ομιλίας.

Και όλα γίνονται ατιμώρητα, μιας και στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις. Μου προκαλεί θυμηδία αυτή η υπερβολική ξενομανία, η οποία συνήθως (όχι πάντα) συμβαδίζει με απαξίωση του εντόπιου ερευνητικού δυναμικού. Μην ξεχνάτε ότι αυτοί συνεισφέρουν στην ελληνική εκπαίδευση, έρευνα και οικονομία, αυτοί πληρώνουν φόρους, αυτοί αγοράζουν την εφημερίδα σας τελικά. Οι Ελληνες του εξωτερικού μπορούν να βοηθήσουν με το σεμνό παράδειγμά τους, όπως έκανε π.χ. η συντριπτική πλειοψηφία της ερευνητικής γενιάς του ‘60, αλλά όχι με τον υπερφίαλο εγωκεντρισμό τους.

Προσωπικά προβληματίζομαι αν θα συνεχίσω να διαβάζω «Καθημερινή»: αν έχετε την ίδια ποιότητα ελέγχου και στις υπόλοιπες ειδήσεις σας, έχετε σοβαρό πρόβλημα. Δυστυχώς και άλλες εφημερίδες δεν είναι καλύτερες.
Ι. Πητας
Καθηγητής Πληροφορικής ΑΠΘ

«Μικροκύματα» μετά κριτικής

Κύριε διευθυντά

Την Κυριακή πριν από την «πιο μελαγχολική ημέρα του έτους» η αναφυλαξία των ημερών επιδεινώθηκε από «μια κριτική με πολλά “αγκάθια”» («Μια ανθολογία με πολλά “μπουμπούκια”», 20.1.19) της πρώην τακτικής κριτικού βιβλίου της εφημερίδας σας Ελισάβετ Κοτζιά, που τιμά την Εταιρεία Συγγραφέων προσβάλλοντας όμως μέλη της. 

Η υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης αποτελεί θεμελιώδη επιδίωξη «του κορυφαίου σωματείου των Ελλήνων δημιουργών», όπως γράφει η κ. Κοτζιά, καθώς σημαίνοντα λόγο μάλιστα για τη σχέση με την εταιρεία πολλών από εμάς, νεότερων κάποτε, έχουν αποτελέσει άτομα όπως ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Παύλος Ζάννας ή ο Αλέξανδρος Κοτζιάς. Επομένως, δεν τίθεται θέμα αν το περιεχόμενο μιας συλλογικής έκδοσης –με ανέκδοτα κείμενα μελών της εταιρείας, που ανταποκρίθηκαν σε πρόσκληση του διοικητικού συμβουλίου, την άποψη του οποίου εκφράζει η επιστολή αυτή– ικανοποιεί κάποιους και όχι άλλους. Επίσης δεν ενοχλούν αποκλίσεις από την κοσμιότητα, εφόσον εντάσσονται στη ρητορική της λογοτεχνίας. Η ελευθερία της έκφρασης όμως δεν καλύπτει ανεπαρκή ή αναληθή ενημέρωση.

Στην κριτική για τον τόμο με τίτλο «Μικροκύματα» η κ. Κοτζιά ομολογεί ότι αμέλησε να ανατρέξει σε προηγούμενες συλλογικές εκδόσεις της Εταιρείας Συγγραφέων, όπου παρομοίως καθίσταται σαφές ότι δεν πρόκειται για ανθολογίες με ευθύνη κάποιου ανθολόγου, αλλά για συλλογικές εκδόσεις, μετά από πρωτοβουλία του Δ.Σ., στις οποίες την ευθύνη κάθε κειμένου φέρει το μέλος της εταιρείας που το υπογράφει. Πρόκειται για πάγια πρακτική της Εταιρείας Συγγραφέων, την οποία βέβαια οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να αμφισβητεί, έστω με άκομψο τρόπο. Τι προτείνει η κ. Κοτζιά; Προτείνει τον ορισμό ανθολόγων, που δεν αποτελεί όμως πανάκεια, καθώς θα γνωρίζει τη σκληρότατη κριτική για αντίστοιχες πρωτοβουλίες που υπέστη η ίδια από μέλη της εταιρείας, όπως άλλωστε και το Δ.Σ., που την υπερασπίστηκε όχι για τις επιλογές της, αλλά ως προς το δικαίωμα επιλογής.

Αδίκως επίσης επικρίνεται και μάλιστα ειρωνικά το μέλος του Δ.Σ. Ηρώ Νικοπούλου –που προσφέρθηκε να συγκεντρώσει το υλικό για μία συλλογική έκδοση χωρίς αποκλεισμούς– για την εισαγωγή της στον τόμο, όπου παραθέτει κυρίαρχες απόψεις στη διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με την ελάσσονα ως προς το μυθιστόρημα συμμετοχή τού διηγήματος στη διαμόρφωση του δυτικού κανόνα της πεζογραφίας και σε σχέση με την εκρηκτική άνθηση, ήδη πριν από το τέλος του εικοστού αιώνα, μικρών κειμένων μυθοπλασίας ή μικρο-διηγημάτων, για τα οποία δηλαδή χρησιμοποιούνται όροι όπως flash fiction ή microfiction.

Δεν είναι ασυνήθιστο να κατακεραυνώνουν οι κεραυνοβολημένοι. Επιπλέον, είθισται στην Ελλάδα να τείνουν ευήκοον ους σε επιθέσεις εναντίον «θεσμικών φορέων», όπως η Εταιρεία Συγγραφέων, με τόσους μάλιστα απογοητευμένους αν δεν συγκέντρωσαν –αδίκως ή δικαιολογημένα– την απαιτούμενη αυξημένη πλειοψηφία σε μυστική ψηφοφορία σε γενική συνέλευσή της για να εκλεγούν μέλη.

Ο τόμος με τον τίτλο «Μικροκύματα» κυκλοφόρησε, όπως σημειώνει η κ. Κοτζιά, με την «Εφημερίδα των Συντακτών», με την ελπίδα κάποια στιγμή να βρεθεί και στα βιβλιοπωλεία. Πρόκειται για συνέχεια μιας συνεργασίας που ξεκίνησε με την έκδοση της τετράτομης ανθολογίας

«Δαίδαλος», στην οποία μέλη της εταιρείας αυτο-ανθολογούνται. Οι αναγνώστες ίσως θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι η Εταιρεία Συγγραφέων έχει επίσης απευθυνθεί στην «Καθημερινή», όπως και σε άλλες εφημερίδες, για συνεργασία, που δεν κρίθηκε όμως ότι εντάσσεται στο επιχειρηματικό μοντέλο τους.

«Υπάρχουν συγγραφείς που σε είκοσι μόνο σελίδες καταφέρνουν να πουν αυτό που εγώ για να το εκφράσω χρειάζομαι δύο ολόκληρες αράδες». Καταλήγω με την ειρωνική αυτή φράση του Καρλ Κράους, με την οποία άρχιζε ο πρόλογός μου στη συλλογική έκδοση «Μικροκύματα», θέλοντας να πω ότι θα προτιμούσα να μη χρειαζόταν η επιστολή αυτή ή έστω να ήταν λιγότερο εκτενής. Ευτυχώς οι αναγνώστες είναι συχνά ευφυέστεροι των συγγραφέων και των κριτικών.

Eκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου.
Γιωργος Χουλιαρας
Πρόεδρος Εταιρείας Συγγραφέων

Δέσμευση: Οταν φθάσω τα 200 θα κάνω πάρτι

Κύριε διευθυντά

Χριστουγεννιάτικη κάρτα που ταχυδρομήθηκε από την Αδριανούπολη στις 24 Δεκεμβρίου έφθασε αισίως στο ταχυδρομικό μου κουτί στις 24 Ιανουαρίου. Δηλαδή χρειάστηκε ένα μήνα να διασχίσει τα 16-20 χιλιόμετρα από Αδριανούπολη μέχρι Ορεστιάδα και από εκεί τα όσα μέχρι την Αθήνα. Βέβαια σε μια χώρα που χρειάζεται:

Μιάμιση ώρα για να φθάσει το ασθενοφόρο στο σημείο όπου το κάλεσαν. Αλλη τόση για να φθάσει το 100. Τρία τέταρτα για να έρθει  το επόμενο τρόλεϊ. Τρία χρόνια για να παραδοθεί το τμήμα της εθνικής οδού από τη Λαμία στην Ξυνιάδα μήκους 30 χιλιομέτρων. Δέκα χρόνια για να πάρει κάποιος το πτυχίο του (πάμπολλα παραδείγματα). Δεκαοκτώ χρόνια για να διορισθεί στο Δημόσιο κατόπιν επιτυχούς  διαγωνισμού, 5-10 χρόνια για να εκδικασθεί η υπόθεσή του, δύο με τρεις ημέρες συνεχών κλήσεων για να απαντήσει το τηλέφωνο δημόσιας υπηρεσίας.

Σε αυτήν λοιπόν τη χώρα (μας) είναι απορίας άξιον, πώς με τέτοια επέκταση των ορίων που μας διακρίνει δεν έχουμε φθάσει ακόμη να ζούμε τουλάχιστον 200 χρόνια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ