ΑΠΟΨΕΙΣ

Νίκος Αλιβιζάτος: Ορνιθες

Νίκος Αλιβιζάτος: Ορνιθες

Αν ο Νίκος Αλιβιζάτος ήθελε, όπως του καταλογίζουν, να διαφημίσει τον εαυτό του ως υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μάλλον δεν θα έδινε την πολύκροτη συνέντευξή του (στο lifo.gr), όπως την έδωσε. Αν ήθελε να κολακέψει τον Τσίπρα, δεν θα του καταλόγιζε ότι έχει σταλινικούς στην κυβέρνησή του. Αν ήθελε την –απαραίτητη– στήριξη του Μητσοτάκη, δεν θα επέμενε να μιλάει ανοιχτά υπέρ των Πρεσπών, ούτε θα αναγνώριζε στον «συμπαθή» Τσίπρα την ικανότητα να «πιάνει πουλιά στον αέρα». Αν σκόπευε να δει την εικόνα του στην κορνίζα του «Κεντροαριστερού Προέδρου», που ζητάει η Φώφη Γεννηματά, δεν θα της χρέωνε ευθύνες για την αποτυχία της ανασύστασης του χώρου.

Από αυτήν τη σκοπιά, του προεκλογικού αντίκτυπου, ο Αλιβιζάτος είτε δεν υπολόγισε σωστά είτε, απλούστατα, δεν υπολόγισε τίποτε. Και γιατί όφειλε να υπολογίσει; Πρέπει όσα λέγονται σε χρόνο προεκλογικό να έχουν προεκλογική στόχευση;
Η ερώτηση από μόνη της μοιάζει να διεκδικεί ένα είδος πολιτικού ακαταλόγιστου για ένα πρόσωπο που, παρότι εκτός μαχόμενης πολιτικής, δεν φυλάχτηκε από πολιτικές μάχες. Ακριβώς γι’ αυτό θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο Αλιβιζάτος ήταν αντισύριζα πριν από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ολη του η πολιτεία συνιστά μια διαρκή υπεράσπιση εκείνων των θεσμικών σταθερών –για να μην πει κανείς εκείνων των αξιών– που την τελευταία δεκαετία κλυδωνίστηκαν, για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό, στη μεταπολιτευτική ιστορία.

Οποιος πάντως διάβασε τις απόψεις του, για τις οποίες καταδικάστηκε διαδικτυακώς ως γεφυριζαίος, μπορεί και να μπερδεύτηκε. Πού βρισκόμαστε; Στη φάση που ακόμη μας κινεί ο φανατισμός, όπως τον περιέγραψε ο καθηγητής, προφητεύοντας έτσι και τα αναθέματα εναντίον του; Ή μήπως είμαστε ήδη στο τέλος του διχασμού, με τα κόμματα να έχουν κάπως συναινέσει στα βασικά; Και το ένα και το άλλο. Δέκα χρόνια μετά τη χρεοκοπία, καμία από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις δεν αμφισβητεί την ευρωπαϊκή μοίρα της χώρας. Αμφότερα τα κόμματα εξουσίας ομνύουν στις αγορές άνευ νταουλίου· ομνύουν στις επενδύσεις και στη δημοσιονομική πειθαρχία. Από την άλλη, όμως, είναι ακόμη ενεργά στη δημόσια σφαίρα τα λύματα του διχασμού – τα τοξικά κουφάρια της πρώιμης τσιπρικής ορνιθοθηρίας.

Οπως φάνηκε από τις αντιδράσεις κατά του Αλιβιζάτου, φορείς του φανατισμού –«ή εμείς», οι αντισύριζα, «ή αυτοί», οι λαχταροσύριζα– είναι συχνά εκείνοι που τον υπέστησαν στα πρώτα χρόνια της κρίσης. Προτού κάποιος βιαστεί να δικαιολογήσει το πολιτικό πάθος σαν συγγνωστή άμυνα, αξίζει να αναρωτηθεί για τις συνέπειές του. Τώρα, που οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ τελειώνουν, όχι μόνον ως εξουσία, αλλά και ως ιδεολόγημα, ποιον θα βλάψει η συντήρηση εμφυλιακού κλίματος; Ποιον θα βλάψει μια ρεβανσιστική καθήλωση κατά του Τσίπρα; Μάλλον την επόμενη κυβέρνηση, και τη φιλοδοξία της να δημιουργήσει τις πολιτικές και ψυχολογικές προϋποθέσεις μιας ιστορικής στροφής. Μια τέτοια στροφή δεν απαιτεί, βέβαια, λήθη. Μόνο λίγη, συνειδητή αναστολή της μνήμης.