ΑΠΟΨΕΙΣ

Αστοχες αναπλάσεις

Η αστική ανάπλαση είναι δύσκολη υπόθεση: Καλείται να διορθώσει υπάρχοντα προβλήματα δίχως να καταστρέψει λεπτές ισορροπίες. Πολλές πολεοδομικές παρεμβάσεις αποτυγχάνουν και τα παραδείγματα τεράστιων αστοχιών, που όχι μόνο δεν βελτίωσαν τα πράγματα αλλά τα επιδείνωσαν, είναι ατελείωτα: στη Νέα Υόρκη π.χ., όπου ο Ρόμπερτ Μόουζες κατέστρεψε το Μπρονξ και παραλίγο να καταστρέψει και το Μανχάταν, τέμνοντάς τα με τεράστιους αυτοκινητόδρομους, ή στο Παρίσι, όπου η ανέγερση ενός εμπορικού κέντρου στη θέση της παλιάς κεντρικής αγοράς (των Halles) κρίθηκε τόσο αποτυχημένη που ανάγκασε τη δημοτική αρχή να το κατεδαφίσει, ανακατασκευάζοντάς το από την αρχή με τεράστιο κόστος. Στην Αθήνα, σκεφθείτε απλά τις αναπλάσεις της Ομόνοιας και του Πεδίου του Αρεως.

Η αναφορά στη κεντρική αγορά του Παρισιού δεν είναι τυχαία. Αφορμή της είναι το άρθρο της Δ. Μανιφάβα στην «Κ» της προηγούμενης Κυριακής, που περιγράφει ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο ανάπλασης της Βαρβακείου Αγοράς, βασισμένο σε μελέτη εταιρείας συμβούλων με πρωτοβουλία του Οργανισμού Κεντρικών Αγορών και Αλιείας Αθηνών. Απέχει ακόμη πολύ από την υλοποίηση, αλλά όπως μας πληροφορεί το σχετικό άρθρο δεν ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας.

Αλλωστε, ο «εκσυγχρονισμός της κεντρικής αγοράς» βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα του επικρατέστερου υποψηφίου στον Δήμο Αθηναίων, του Κώστα Μπακογιάννη, ο οποίος δήλωσε πως «η Βαρβάκειος Αγορά στο Μοναστηράκι μπορεί να γίνει το σήμα κατατεθέν της αναγέννησης του κέντρου της Αθήνας» ώστε να καταστεί «πόλος έλξης για τους επισκέπτες της, από την Ελλάδα και το εξωτερικό».

Το σχέδιο αυτό έχει δύο σκέλη. Το πρώτο επιχειρεί να διορθώσει μια παλαιότερη αστοχία, την κατασκευή υπόγειου πάρκινγκ και την ανάπλαση της πλατείας όπου λειτουργεί η δημοτική οπωραγορά. Τότε ανυψώθηκε η πλατεία σε σχέση με την οδό Αθηνάς, καθιστώντας την αόρατη στους περαστικούς και σημείο συνάντησης χρηστών ναρκωτικών ουσιών.

Η διόρθωση είναι επομένως απαραίτητη και εκεί θα μπορούσε και θα έπρεπε να επεκταθεί η αγορά. Το πρόβλημα βρίσκεται στο δεύτερο σκέλος, που παρεμβαίνει στο ιστορικό κτίριο της Βαρβακείου, προτείνοντας την προσθήκη καφέ, εστιατορίων και μπαρ, τη δημιουργία εσωτερικού εξώστη και τον «εκσυγχρονισμό» των πάγκων της ώστε να «μην εμποδίζεται η κίνηση».

Πρόκειται για μια λογική «αξιοποίησης» τύπου «κόπυ πάστε» μοντέλων «food hall» του εξωτερικού, με εντελώς επιφανειακή αρχιτεκτονική λογική και χωρίς καμία σκέψη για το πώς όλα αυτά κουμπώνουν σε αυτό που ήδη υπάρχει. Με άλλα λόγια, ένα κραυγαλέο παράδειγμα άστοχης ανάπλασης.

Φυσικά, η ιδέα των «food halls» από μόνη της δεν είναι καθόλου κακή. Περιλαμβάνει χοντρικά δύο μεγάλες κατηγορίες. Η πρώτη βασίζεται στην αλλαγή χρήσης κεντρικών κτιρίων και μετατροπή τους σε πολυχώρους εστίασης και ψυχαγωγίας, μια τάση που εγκαινίασε διεθνώς το ιταλικό Eataly και έχει εισαγάγει με επιτυχία στην Ελλάδα η Ergon, στη Θεσσαλονίκη αρχικά και πρόσφατα στην Αθήνα. Ακούγονται πολλά για αντίστοιχες πρωτοβουλίες, π.χ. στην πρώην Στοά του Βιβλίου και αλλού – και αυτό είναι θετικό, γιατί η Αθήνα διαθέτει πολλούς άδειους χώρους.

Η δεύτερη κατηγορία αφορά τον «εκσυγχρονισμό» παλαιότερων αγορών και εδώ η επιτυχία είναι πιο σπάνια. Το Marché Saint Germain στο Παρίσι, για παράδειγμα, έγινε ένα αδιάφορο τουριστικό εμπορικό κέντρο.

Ομως η Βαρβάκειος δεν έχει παρακμάσει για να χρειάζεται «αξιοποίηση» (χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν μπορούν να εκσυγχρονιστούν οι εγκαταστάσεις της). Είναι ένα μοναδικό κομμάτι της πόλης και ξεχωρίζει για την αυθεντική του έκφραση, το ιδιαίτερο χρώμα του, τον έντονο χαρακτήρα του και την ανεπανάληπτη ατμόσφαιρά του – και ναι, το στρίμωγμα είναι μέρος της όλης εμπειρίας.

Γιατί θα πρέπει να μετατραπεί σε ένα ακόμη αποστειρωμένο τουριστικό «food hall», τη στιγμή μάλιστα που θα ανοίξουν τόσα άλλα; Αυτό θα στερούσε την πόλη από ένα κομμάτι της ζωντανής της ιστορίας, καθιστώντας τη φτωχότερη και μαζί με αυτήν εμάς. Ας αποφύγουμε τον πειρασμό ενός ολέθριου σφάλματος.
 
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.