ΑΠΟΨΕΙΣ

Ζωή σαν κατασκοπικό θρίλερ

Το άρθρο ήταν «θαμμένο» σε εσωτερική σελίδα των New York Times το θέμα, όμως, ήταν συναρπαστικό, σαν το σενάριο κατασκοπικού θρίλερ. «Τον Οκτώβριο του 2017, ομάδα κομάντο της αστυνομίας εισέβαλε στο σπίτι του Τζάμεσον Λοπ στη Β. Καρολίνα. Κάποιος – δεν είναι γνωστό ποιος– είχε ειδοποιήσει ψευδώς την αστυνομία ότι ένοπλος είχε σκοτώσει άτομο μέσα στο σπίτι και κρατούσε όμηρο. Οταν η αστυνομία έφυγε, ο κ. Λοπ δέχθηκε τηλεφώνημα με την απειλή ότι εάν δεν πλήρωνε μεγάλο ποσό σε Bitcoin θα ακολουθούσαν κι άλλα προβλήματα».

Εως εδώ η ιστορία συνιστά αστυνομικής φύσεως πρόβλημα για τον κ. Λοπ. Η απόφαση του κ. Λοπ, όμως, να ξεφύγει από τους εκβιαστές –να εξαφανίσει τα φυσικά και ηλεκτρονικά του ίχνη– είναι υπόθεση που αφορά όλους μας. Για να κατανοήσουμε τον βαθμό στο οποίο έχουμε πιαστεί όλοι σε έναν παγκόσμιο ιστό όπου η κάθε μας κίνηση καταγράφεται, ευάλωτοι σε όποιον θελήσει να εκμεταλλευθεί την αδυναμία μας.

Εδώ και καιρό καταλάβαμε ότι όταν μια υπηρεσία μάς παρέχεται δωρεάν, τότε το προϊόν είμαστε εμείς. Είδαμε πώς οι γίγαντες της τεχνολογίας αντλούν την παντοδυναμία τους από το γεγονός ότι παρέχουν υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για δισεκατομμύρια ανθρώπων. Αυτό που τώρα συνειδητοποιούμε είναι ο βαθμός της εισβολής στα προσωπικά μας δεδομένα και πόσο εκτεθειμένοι είμαστε. Κάμερες και οχήματα που κυκλοφορούν στους δρόμους φωτογραφίζουν τους περαστικούς, οι κατασκευαστές εφαρμογών μοιράζονται τα προσωπικά στοιχεία μας με μεγάλες εταιρείες, εταιρείες παρακολουθούν τις κινήσεις μας και μοιράζονται τα δεδομένα μεταξύ τους, «έξυπνες» συσκευές μας παρακολουθούν μέσα στα σπίτια μας, εταιρείες αναλύσεως DNA μοιράζονται τα στοιχεία μας με φαρμακευτικές εταιρείες, και πάει λέγοντας. Στις ΗΠΑ, το 64% των ερωτηθέντων σε δημοσκόπηση της Pew, δήλωσε ότι είχε υποστεί παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Στην Ευρώπη τα πράγματα είναι ίσως καλύτερα, λόγω της εφαρμογής του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (GDPR) όμως, όλοι γνωρίζουμε πόσο γρήγορα συναινούμε σε ό,τι μας ζητεί μία εταιρεία ή ένας ιστότοπος προκειμένου να έχουμε πρόσβαση στις υπηρεσίες τους. Συναινούμε συνεχώς στην παγίδευσή μας.

Τι γίνεται εάν προσπαθήσουμε να ξεφύγουμε από τον ιστό, να εξαφανιστούμε από τις τράπεζες δεδομένων, χωρίς, όμως, να αποσυρθούμε σε καλύβα στο βουνό; Η περίπτωση του κ. Λοπ, ο οποίος εργάζεται σε εταιρεία Bitcoin, είναι διαφωτιστική. Το εγχείρημά του αποτελείται από 15 βήματα και στοίχισε περίπου 30.000 δολάρια και, όπως φαίνεται, πολλή σκέψη. Συνοπτικά, ο κ. Λοπ: Ιδρυσε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) σε μία από τις τρεις πολιτείες των ΗΠΑ που δεν απαιτούν να φαίνεται το όνομα του ιδιοκτήτη· άνοιξε νέους τραπεζικούς λογαριασμούς και έβγαλε πιστωτική κάρτα στο όνομα της ΕΠΕ, ενώ συχνά χρησιμοποιεί προπληρωμένες κάρτες που δεν καταγράφουν το δικό του όνομα ή της ΕΠΕ· χρησιμοποιεί ρευστό· απέκτησε νέο αριθμό τηλεφώνου στο όνομα της ΕΠΕ και χρησιμοποιεί υπηρεσία που παρέχει προσωρινούς αριθμούς· απενεργοποίησε όλες τις υπηρεσίες GPS στο τηλέφωνο, χρησιμοποιώντας χωριστή συσκευή GPS όταν τη χρειάζεται· αγόρασε νέο σπίτι με επιταγή στο όνομα της ΕΠΕ, χωρίς στεγαστικό δάνειο· μετέτρεψε το router του σπιτιού σε VPN, ώστε οι κινήσεις του στο Διαδίκτυο να φαίνονται ότι έρχονται από διαφορετικές διευθύνσεις· αγόρασε αυτοκίνητο στο όνομα της ΕΠΕ καθώς και δεύτερο σπίτι, το φθηνότερο που βρήκε, τη διεύθυνση του οποίου δήλωσε στην άδεια κυκλοφορίας· απέκτησε γραμματοκιβώτιο σε εταιρεία μεταφορών κοντά στο σπίτι του· φοράει γυαλιά ηλίου και καπέλο ενώ έκοψε το μούσι του για να μην τον αναγνωρίζουν κάμερες παρακολούθησης· συνομιλεί με πελάτες μέσω βιντεοκλήσεων· κρυπτογραφεί τα στοιχεία που είναι καταγεγραμμένα στις ατομικές συσκευές του προσέλαβε ιδιωτικό ντετέκτιβ για να βρει όποιες αδυναμίες στο σχέδιό του.

Λίγοι διαθέτουμε την ευκαιρία να «εξαφανιστούμε». Μας απομένει να αποδεχθούμε ότι οι εφιάλτες του χθες είναι η ζωή μας σήμερα.