ΑΠΟΨΕΙΣ

Μετριοπάθεια, το μείζον ζητούμενο

Την ώρα που η κυβέρνηση επιδίδεται σε προεκλογικές παροχές στο εσωτερικό και η αξιωματική αντιπολίτευση υπόσχεται μια ελληνική μεταμόρφωση στο εξωτερικό, η πρωτεύουσα της χώρας εκπέμπει, περιέργως, αίσθηση κανονικότητας. Η ζωή στη μεταμνημονιακή εποχή έχει επανέλθει σε μια ρουτίνα, με νέες συνήθειες και περιορισμένες απαιτήσεις, αλλά χωρίς τις συγκρούσεις ή την εμφανή βία των ετών της κρίσης. Ουδείς μπορεί να είναι ικανοποιημένος με τη νέα πραγματικότητα. Βράδυ αργίας, και στην οδό Σταδίου δεν έβλεπες παρά φαντάσματα. Φιγούρες αστέγων κάτω από κουβέρτες. Εναν μετανάστη εδώ κι εκεί. Το έφιππο άγαλμα του Κολοκοτρώνη μπροστά στο άδειο σκηνικό της παλιάς Βουλής. Παραδίπλα, το νεοκλασικό κουφάρι του «Αττικόν», ακόμη καπνισμένο από την «πύρινη» νύχτα επεισοδίων. Μια τρύπα στην καρδιά της χώρας. Τα φωτισμένα ξενοδοχεία του Συντάγματος ήταν η μόνη προβολή αισιοδοξίας. Η ευρωπαϊκή κανονικότητα αργεί: μέρα μεσημέρι, η Ηρώδου Αττικού είναι αποκλεισμένη από δύο κλούβες των ΜΑΤ. Για να την περπατήσει κάποιος, πρέπει να περάσει από έναν στενό διάδρομο μεταξύ κλούβας και κήπου, δεξιά και αριστερά του οποίου βρίσκονται αστυνομικοί. Ούτε έξω από τον Λευκό Οίκο δεν έχει τέτοια «πόρτα», και μάλιστα άτυπη.

Ζώντας με ανοικτές πληγές, οι Ελληνες δείχνουν να έχουν συμβιβαστεί με τα λιγότερα, όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτικά. Η εικόνα της ανοχής μπορεί να είναι όμως αποπροσανατολιστική. Ελλείψει ισχυρού κράτους, έχουμε μάθει να είμαστε δημιουργικοί. Τα χρόνια της κρίσης η «προσαρμοστικότητά» μας είναι σε πλήρη ανάπτυξη, με κοινωνικά θεμιτούς αλλά και αθέμιτους τρόπους, όπως η έξαρση της παρανομίας, από τις παραβάσεις του ΚΟΚ μέχρι το οργανωμένο έγκλημα. Οσο όμως και αν δημιουργεί ο καθένας τη δική του πραγματικότητα, όσο και αν προσπαθεί να προστατέψει την οικογένειά του, πώς να συμβιβαστούμε με την ολική αποτυχία του κράτους που περιγράφεται στο εισαγγελικό πόρισμα για την πυρκαγιά στο Μάτι;

Στις δημοκρατίες, βέβαια, ο λαός είναι ο τελικός κριτής. Και οι κάλπες πλησιάζουν. Με τον λαϊκισμό να έχει απαξιωθεί –σε κάποιο βαθμό– από το 2015, το μήνυμα των κομμάτων προσπαθεί να γίνει φιλολαϊκό – αλλά καταλήγει μικρό. Κάπως έτσι, η κυβέρνηση προχωρεί σε «προσλήψεις χωρίς προκαταλήψεις». Και, σε μια προσπάθεια να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, προτιμά να καθυστερεί την επιστροφή ενός δισ. ευρώ στη χώρα ώστε να διασώσει κάτι από το προεκλογικό της σύνθημα ότι «κανένα σπίτι δεν θα έπεφτε σε χέρια τραπεζίτη», κι ας νομοθετεί τις δημοπρασίες των κόκκινων δανείων.

Από την πλευρά της, η Νέα Δημοκρατία επικρίνει την κυβέρνηση για ελλιπή προστασία της πρώτης κατοικίας, που οι θεσμοί κρίνουν ότι είναι υπερβολική. Την ίδια ώρα, από την Αμερική ο πρόεδρός της Κυριάκος Μητσοτάκης υπόσχεται ότι η Ελλάδα θα εκπλήξει ευχάριστα τις αγορές την επόμενη διετία, ότι οι μεταρρυθμίσεις του θα προκαλέσουν επενδυτική κοσμογονία. Προσθέτει ότι θα διαπραγματευθεί χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, ώστε να ακολουθήσει μια φιλοαναπτυξιακή πολιτική με μειώσεις φόρων. Ουσιαστικά υπόσχεται επαναδιαπραγμάτευση του «μεταμνημονίου». Θα ήταν ευχής έργον αν το επιτύγχανε. Αλλά το μοντέλο του σωτήρα πολιτικού επίσης έχει καταπέσει και όσα υπόσχεται τελούν υπό την αίρεση των πιστωτών. Αν δεν τα επιτύχει, θα τον στοιχειώνουν όπως και τους προκατόχους του. Το θετικό όταν πιάνεις πάτο είναι ότι καταρρέουν οι ψευδαισθήσεις. Το αρνητικό είναι ότι περισσεύει ο κυνισμός. Η Ελλάδα σήμερα χρειάζεται όραμα, αλλά ακόμη περισσότερο χρειάζεται μετριοπάθεια.