ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ιατρική σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι

Κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα παρατηρείται εντεινόμενη στροφή προς την εξατομικευμένη ιατρική φροντίδα. Νέοι κλάδοι αναπτύσσονται, όπως αυτός της φαρμακογονιδιωματικής, που παντρεύει τη γενετική με τη φαρμακευτική, προκειμένου να χορηγείται το κατάλληλο σκεύασμα σε κάθε ασθενή και στην κατάλληλη δοσολογία ανάλογα με το γονιδίωμά του. Η εξατομικευμένη ιατρική φροντίδα υπόσχεται καλύτερα αποτελέσματα τόσο στη διάγνωση όσο και στην πρόληψη πολλών νοσημάτων.

Ανάλογη προσέγγιση αναπτύσσει η αναγεννητική ιατρική, η οποία αξιοποιεί βιοϋλικά ως εξατομικευμένα εμφυτεύματα για την αναδόμηση ελλειμμάτων σε ιστούς και όργανα του ανθρώπινου σώματος. Ολες αυτές οι εξελίξεις, καθώς και άλλα «έξυπνα» προϊόντα βιονανοτεχνολογίας, συμβάλλουν στην ανάδειξη ενός νέου βιοτεχνολογικού ιατρικού μοντέλου.

Το νέο μοντέλο βασίζεται σε έναν ακραίο αναγωγισμό, ο οποίος έχει τις ρίζες του στον υλισμό του Καρτέσιου ή ακόμα και στην ατομική θεωρία του Δημόκριτου. Η ιστορία της νοσολογίας είναι κυρίως μια αλυσίδα αναγωγών στο επίπεδο της βλάβης. Ενώ μέχρι τον 18ο αιώνα η εστία ήταν ο άρρωστος, στις αρχές του 19ου μετατοπίστηκε στα όργανα και τους ιστούς, στα τέλη του 19ου αιώνα στα κύτταρα και στα μικρόβια, στο τέλος του 20ού στα μόρια και, τώρα, στον 21ο αιώνα, στα γονίδια και στο πρωτέωμα. Ο αναγωγισμός, μαζί με τη μηχανική αντίληψη του σώματος και τον δυϊσμό σώματος – ψυχής, αποτέλεσε το θεμέλιο για την ανάπτυξη της σύγχρονης ιατρικής και του βιοϊατρικού μοντέλου.

Το μοντέλο αυτό αμφισβητήθηκε σε δύο διαφορετικές περιόδους: στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν η αδυναμία της ιατρικής να αντιμετωπίσει τις διάφορες θανατηφόρες επιδημίες οδήγησε στην ανάπτυξη της κοινωνικής ιατρικής και της δημόσιας υγείας· και στη δεκαετία 1960-70, με τη ραγδαία αύξηση των δαπανών υγείας και τη διάψευση των προσδοκιών για την αποτελεσματική καταπολέμηση των καρδιαγγειακών νοσημάτων και των καρκίνων. Ο νέος σκεπτικισμός οδήγησε τη δεκαετία του 1980 στη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου.

Στον πυρήνα του βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου βρίσκεται η ολιστική αντίληψη σώματος – ψυχής, η αναγνώριση του ρόλου που διαδραματίζουν το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον και ο τρόπος ζωής στην υγεία, καθώς και ο επαναπροσδιορισμός της υγείας ως σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας, και όχι μόνο ως απουσίας αρρώστιας ή αναπηρίας. Η φτώχεια και οι κοινωνικές ανισότητες αναγνωρίστηκαν ως οι πρώτες αιτίες θανάτου στον κόσμο και το κάπνισμα ως η δεύτερη.

Η σημαντική αυτή εξέλιξη, που αναβίωσε τις βασικές νατουραλιστικές αρχές της ιπποκράτειας ιατρικής και οδήγησε διεθνώς στην ανάπτυξη των προγραμμάτων πρόληψης και προαγωγής υγείας, κινδυνεύει να υποβιβαστεί εξαιτίας της ανάδυσης του βιοτεχνολογικού μοντέλου. Εξαιτίας του ενθουσιασμού που δημιουργούν τα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα, συχνά παραγνωρίζουμε τα όριά τους και, κυρίως, τις πιθανές αρνητικές τους επιπτώσεις.

Οι επικριτές του αναγωγισμού αμφισβητούν τόσο το υλιστικό υπόβαθρο του βιοτεχνολογικού μοντέλου όσο και τον κατακερματισμό της ανθρώπινης ύπαρξης σε όλο και μικρότερα μέρη. Επιπρόσθετα, λίγα μόνο νοσήματα προκαλούνται από μονογονιδιακές ή ολιγογονιδιακές διαταραχές – μια απλή γενετική παραλλαγή σπάνια αντιστοιχεί σε έναν νοσολογικό φαινότυπο. Αλλά ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, άλλοι περιβαλλοντικοί, επιγενετικοί και πρωτεϊνωματικοί παράγοντες καθορίζουν τον τελικό φαινότυπο. Οι εν λόγω διαπιστώσεις δεν αμφισβητούν την αναγκαιότητα της εξατομικευμένης ιατρικής. Καλοδεχούμενο είναι το νεοϊδρυθέν στη χώρα μας Δίκτυο Μοριακής Ιατρικής, αλλά προτεραιότητα πρέπει να δοθεί, επιτέλους, στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, στην πρόληψη και στην προαγωγή υγείας. Για να μη χαθεί ο άρρωστος ως ολότητα και ως κοινωνικό ον στον λαβύρινθο της βιοϊατρικής τεχνολογίας, και να μην πάρει ξανά η ιατρική τον λάθος δρόμο του αναγωγισμού και του νοσοκομειοκεντρικού προσανατολισμού.

* Ο κ. Γιάννης Τούντας είναι καθηγητής Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής και διευθυντής του Κέντρου Μελετών Υπηρεσιών Υγείας στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ.