ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι κάπηλοι του Εικοσιένα

Τι θα σκεφτόταν άραγε και τι θα έκανε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αν έβλεπε γραμμένο πάνω σε στενόμακρο πανί έναν βαρύ λόγο του, «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους», και δίπλα ή πάνω του κάποια άγνωστά του σύμβολα; Από την ομιλία του στους γυμνασιόπαιδες, Οκτώβριο του 1838 στην Πνύκα, όταν τους θύμισε παραινετικά την παροιμία «μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε», ξέρουμε πως ήταν φιλομαθής. Μπορούμε ως εκ τούτου να θεωρήσουμε βέβαιο ότι θα ρωτούσε να μάθει ποιο το νόημα των συμβόλων και ποιοι οι λάτρεις τους. Ωστε να κρίνει αν έχουν δικαίωμα να ιππεύουν στα λόγια του. Θα μάθαινε λοιπόν ότι ο μαίανδρος, ο ζωγραφισμένος στην άκρη δεξιά του πανιού, ήταν κάποτε ένα αθώο αρχαιοελληνικό σύμβολο, αλλά όχι πια. Το σφετερίστηκαν και το καταχρώνται οι όπου γης εχθροί του ανθρώπου, που κυκλοφορούν με το ψευδώνυμο «πατριώτες», μήπως και καταφέρουν να καλύψουν τα πραγματικά τους ονόματα: φασίστες, ναζιστές, ρατσιστές. Ειδικά δε οι Ελληνες νεοναζιστές, σαν αυτούς που έγραψαν το σύνθημά του στο πανό τους και παρέλασαν στην Καλλιθέα, στην επέτειο, προβάλλουν τον μαίανδρο σαν σήμα πολέμου εναντίον οποιουδήποτε αδύναμου και οποιουδήποτε αντιμάχεται τις βιαιότατες σκαιές «ιδέες» τους.

Θα μάθαινε επίσης ο Γέρος του Μοριά πως αυτός ο σταυρός μέσα σε κύκλο, πονηρά σχηματισμένος στο πρώτο όμικρον της λέξης «προσκυνημένους», ο κέλτικος σταυρός όπως τον ονομάζουν, ήταν μια φορά κι έναν καιρό σύμβολο των Κελτών, επίσης αθώο. Τον ιδιοποιήθηκαν όμως κι αυτόν οι ρατσιστές, και γενικώς οι πιστοί του Αδόλφου Χίτλερ. Θα ρωτούσε τότε ο Κολοκοτρώνης, σαν κάτοικος άλλου αιώνα, ποιος ο Χίτλερ και τι οι ναζιστές και οι φασίστες. Και θα επέμενε να μάθει το ποιόν τους, ειδικά στην Ελλάδα, την πατρίδα του. Και θα μάθαινε πολλά. Ας πούμε ότι μισούν τους Τσιγγάνους, ενώ αυτός μοιραζόταν με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη το παρατσούκλι «Γύφτος», σαν μαυριδεροί που ήταν. Αλλά και ότι μισούν τους ανάπηρους και γενικά προορίζουν έστω και κατά φαντασίαν για τον Καιάδα όσους δεν ταιριάζουν στο μοντέλο του λεβέντη λευκού. Ενώ αυτός κι όλοι οι οπλαρχηγοί είχαν στη συντροφιά και στην προστασία τους έναν δύσμορφο καμπούρη, τον Δημητσανίτη Παναγιώτη Τσοπανάκο, λαϊκό ποιητή του Αγώνα. Θα μάθαινε προπάντων ότι έχουν τις ιδέες, τα θούρια και τα λάβαρα εκείνων που μακέλεψαν την Ελλάδα σε μια νέα Κατοχή, στα 1940. Και θα ’βρισκε τρόπο να τους πληροφορήσει ότι προσκυνημένη στον πολέμιο βλέπει τη συμμοριούλα τους.