ΑΠΟΨΕΙΣ

Η χώρα των ευτυχισμένων εισαγωγέων

Η εφαρμογή νέας ευρωπαϊκής οδηγίας που αναμένεται να αρχίσει σύντομα, ίσως και μέσα στον Απρίλιο, απειλεί να ανατρέψει τις (αταίριαστες) σχέσεις που έχουν επικρατήσει (και) στην ελληνική αγορά λιανικών πωλήσεων.

Το κοινό μυστικό είναι ότι κυριαρχεί το ολιγοπώλιο των σούπερ μάρκετ και η φυσική συνέπεια είναι πως οι όροι πληρωμής δεν θα μπορούσαν να ευνοούν τους παραγωγούς. Επιβάλλονται από τους εμπόρους που διαχειρίζονται τις πωλήσεις και φυσικά τις εισπράξεις. Η κρίση της ελληνικής οικονομίας απλώς επιβάρυνε την κατάσταση με τη χρεοκοπία της μεγαλύτερης αλυσίδας σούπερ μάρκετ που δεν πλήρωσε οφειλές προς παραγωγούς, αφού στο μεταξύ είχε καθυστερήσει μεγάλο διάστημα την εξόφλησή τους με υποσχέσεις. Το κόστος αυτό έχει αφήσει αποτύπωμα στην πραγματική αγορά.

Οι αθέμιτες πρακτικές μπορεί να είναι σχεδόν κυρίαρχες στην ελληνική αγορά, αλλά υπάρχουν και σε άλλες χώρες. Γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαμόρφωσε οδηγία που επιβάλλει τις ορθές εμπορικές πρακτικές. Το ζήτημα είναι περισσότερο σημαντικό από ό,τι αρχικά φαίνεται, καθώς οδηγεί στην καρδιά του προβλήματος της ελληνικής οικονομίας που είναι η υποβάθμιση της εγχώριας παραγωγής και η χαμηλή ανταγωνιστικότητα. Η μεγάλη καθυστέρηση στην εξόφληση των βιομηχανιών που προμηθεύουν τα σούπερ μάρκετ μεταφέρεται από τις βιομηχανίες στους δικούς τους προμηθευτές, που όσον αφορά τη βιομηχανία τροφίμων είναι οι παραγωγοί αγροτικών προϊόντων. Μεγάλο τμήμα της οικονομίας κινείται στον ρυθμό που επιβάλλει το λιανικό εμπόριο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εγχώρια παραγωγή. Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών δεν είναι αμελητέα. Απασχολεί άμεσα ή έμμεσα 360.000 εργαζομένους, έχει τζίρο 14 δισ., από τα οποία τα 4 δισ. ευρώ είναι εξαγωγές.

Βέβαια η επιβολή όρων πληρωμής δεν είναι το μοναδικό όπλο του εμπορίου στη «διαπραγμάτευση» με τους παραγωγούς. Αποσπούν μειωμένες τιμές χονδρικής για να κάνουν προσφορές, χρήσιμες στον ανταγωνισμό των αλυσίδων, αλλά επιλέγουν και προμηθευτές που παράγουν προϊόντα με δική τους επωνυμία.

Ολα αυτά δεν θα αφορούσαν όσους ενδιαφέρονται για το γενικό συμφέρον, δηλαδή τους καταναλωτές στην προκειμένη περίπτωση, αν δεν υποβάθμιζαν την ποιότητα των προϊόντων που αγοράζουν. Ευρωπαϊκές χώρες, με πρώτη την Τσεχία, έχουν αναδείξει ένα «κρυφό» ζήτημα που είναι η «διπλή ποιότητα» των τροφίμων. Τρόφιμα πωλούνται στην Ευρωπαϊκή Ενωση με το ίδιο εμπορικό σήμα, αλλά διαφορετική σύσταση, τιμή και ποιότητα, ανάλογα με τη χώρα που διατίθενται. Τα προϊόντα αυτά, συνήθως πολυεθνικών, έχουν την απαιτούμενη σήμανση σε κάθε χώρα αλλά η διαφοροποίηση της τιμής και της ποιότητας ενδεχομένως αποτελεί παραπλάνηση του καταναλωτή, ίσως και νοθεία. Ειδική επιτροπή της Κομισιόν εξετάζει το ζήτημα.

Ο καθηγητής Ν. Βέττας, από το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), περιέγραψε την πραγματική εικόνα σε πρόσφατη συνέλευση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Τροφίμων. Στην Ελλάδα η μεταποίηση ως ποσοστό του ΑΕΠ βρίσκεται χαμηλά, είναι μόλις 8,7% του ΑΕΠ, όταν στην Ευρωπαϊκή Ενωση ο μέσος όρος είναι 17,3%. Κι απ’ αυτό το χαμηλό επίπεδο η βιομηχανική παραγωγή το διάστημα 2009-2017 μειώθηκε 8%. Οι έμποροι και οι εισαγωγείς είναι πιο σημαντικοί από τους παραγωγούς, με ανάλογες, γνωστές, συνέπειες για τη χώρα.