ΑΠΟΨΕΙΣ

H ακαταπόνητη ερευνήτρια και η αδέσποτη σφαίρα του μίσους

H ακαταπόνητη ερευνήτρια και η αδέσποτη σφαίρα του μίσους

Τίποτα δεν χαρίστηκε στη Λίρα Μακί. Γεννημένη το 1990 στο αιματοβαμμένο Murder Mile του βόρειου Μπέλφαστ, μικρό παιδί αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα ακοής και ομιλίας, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει να μάθει ανάγνωση και γραφή. Ως έφηβη, κι ενώ φρόντιζε τη μητέρα της, η οποία ήταν άτομο με ειδικές ανάγκες, έπρεπε παράλληλα να συμφιλιωθεί με τη συνειδητοποίηση ότι ήταν ομοφυλόφιλη – και στη συνέχεια να υπερασπιστεί την ταυτότητά της αυτή απέναντι σε μια θρησκόληπτη, συντηρητική κοινωνία. «Μισούσα τον εαυτό μου για χρόνια εξαιτίας των πραγμάτων που με δίδασκε η θρησκεία για ανθρώπους σαν κι εμένα», έλεγε τον Νοέμβριο του 2017 σε ομιλία της στην εκδήλωση TEDxStormontWomen. «Και όταν σταμάτησα να μισώ τον εαυτό μου, άρχισα να μισώ τη θρησκεία».

Στον δρόμο προς την ενηλικίωση, ανακάλυψε το πάθος της για τη δημοσιογραφία – γεγονός που συνοδευόταν από μια σειρά άλλες προκλήσεις. Προερχόμενη από την εργατική τάξη, έπρεπε να σπάσει τo γυάλινo ταβάνι της ταξικής προκατάληψης που περιορίζει δραστικά τις προοπτικές επαγγελματικής ανέλιξης στον κλάδο για άτομα που δεν είναι λευκοί άνδρες προνομιούχου κοινωνικής προέλευσης. Οπως έγραψε πρόσφατα στον Guardian η Τζέιν Μάρτινσον, επικαλούμενη στοιχεία του Sutton Trust, το 51% των κορυφαίων δημοσιογράφων στο Ηνωμένο Βασίλειο και το 80% των αρχισυντακτών είναι απόφοιτοι ιδιωτικών σχολείων.

Οπως όμως τίποτα δεν xαρίστηκε στη Μακί, τίποτα δεν την αποθάρρυνε. Κατάφερε να ολοκληρώσει ένα μεταπτυχιακό στη δημοσιογραφία χάρη στη δυνατότητα που παρείχε το πανεπιστήμιο, το Birmingham City University, για φοίτηση εξ αποστάσεως. Σε ομιλία της στο συνέδριο POLIS του London School of Economics το 2014, θυμόταν μια ημερίδα καριέρας όπου είχε ρωτήσει στέλεχος εφημερίδας της Β. Ιρλανδίας αν προσλάμβαναν δημοσιογράφους-ερευνητές. Εκείνη γέλασε περιφρονητικά, σαν η ερώτηση να ήταν παράλογη, και απάντησε αρνητικά, χαρακτηρίζοντας τέτοιες προσλήψεις ως «υπερβολές του παρελθόντος». Η αντίδραση της νεαρής δημοσιογράφου ήταν «η πεισματική μου άρνηση να το δεχτώ αυτό».

Οπως αφηγείται (σε ανάρτησή του στο medium.com) ο καθηγητής της στο Μπέρμινχαμ, Πολ Μπράντσο, ήδη από τον πρώτο χρόνο του μεταπτυχιακού είχε αποφασίσει να ψάξει τις ιστορίες παιδιών που εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια των βορειοϊρλανδικών ταραχών (από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 έως το 1998). Αργότερα, το 2014, αποφάσισε να ανοίξει εκ νέου τον φάκελο της δολοφονίας (το 1981) του αιδεσιμότατου και ενωτιστή βουλευτή Ρόμπερτ Μπράντφορντ. Ως freelancer, αδυνατώντας να προσελκύσει το ενδιαφέρον κάποιου μέσου ενημέρωσης για την έρευνά της, στράφηκε στο crowdfunding, καταφέρνοντας τελικά να συγκεντρώσει περισσότερα από 6.000 δολάρια. Το συγκεκριμένο εγχείρημα θα οδηγούσε στο πρώτο της βιβλίο, «Angels with Blue Faces». Η έρευνα για τα εξαφανισμένα παιδιά θα εξελισσόταν στο δεύτερο βιβλίο της, «The Lost Boys», που θα εκδοθεί το 2020 από τη Faber & Faber.

Η Μακί ασχολήθηκε επίσης σε βάθος με την τύχη των απελπισμένων νέων της γενιάς της, των λεγόμενων Ceasefire Babies (που μεγάλωσαν μετά το πέρας των πιο άγριων ημερών των ταραχών). Σε ένα ρεπορτάζ που αναδημοσιεύθηκε στο αμερικανικό περιοδικό Atlantic («Suicide among the Ceasefire Babies»), επιχείρησε να εξιχνιάσει τους λόγους για την επιδημία αυτοκτονιών, μεταξύ των οποίων πολλών νέων κάτω των 25 ετών, την πρώτη δεκαετία μετά τη συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής το 1998, που έφερε την ειρήνη στη Βόρειο Ιρλανδία. Επικαλούμενη στοιχεία από άλλες χώρες, κυρίως το Ισραήλ, έγραφε για «μια διογκούμενη βιβλιογραφία που δείχνει ότι η διαγενεακή μετάδοση των τραυμάτων δεν είναι απλά ένα ψυχολογικό ή ένα κοινωνιολογικό πρόβλημα, αλλά επίσης ένα πρόβλημα βιολογικό».

Η βαριά κληρονομιά των ταραχών δεν οδήγησε απλώς σε διπλασιασμό των αυτοκτονιών στη Βόρειο Ιρλανδία μετά το πέρας των εχθροπραξιών. Ορισμένα ακραία στοιχεία, είτε λόγω ιδεολογικής τύφλωσης είτε εξαιτίας της απουσίας ευκαιριών για κάτι διαφορετικό, επέμειναν στη λογική της βίας. Ενα νεότατο μέλος μιας τέτοιας ακραίας οργάνωσης, του νέου IRA, το βράδυ της 18ης Απριλίου, εν μέσω επεισοδίων σε έντονα ρεπουμπλικανική συνοικία του Λοντοντέρι (οι καθολικοί το αποκαλούν Ντέρι) πυροβόλησε και σκότωσε τη Μακί.

Η οργή που προκάλεσε το συμβάν οδήγησε σε μια σπάνια ανάληψη ευθύνης και μία ακόμη σπανιότερη απολογία της οργάνωσης, που ισχυρίστηκε ότι η Μακί σκοτώθηκε κατά λάθος καθώς βρισκόταν «κοντά στις δυνάμεις του εχθρού» (την αστυνομία). Στην κηδεία της παρέστησαν οι πρωθυπουργοί της Ιρλανδίας και της Βρετανίας και οι ηγέτες όλων των βασικών κομμάτων της Β. Ιρλανδίας. Ο ιερέας που μίλησε στην κηδεία χαιρέτισε το γεγονός ότι πολιτικοί όλων των αποχρώσεων ένωσαν τις φωνές του κατά της βίας στον απόηχο του γεγονότος, αλλά διερωτήθηκε: «Γιατί εις το όνομα του Θεού χρειάζεται ο θάνατος μιας 29χρονης γυναίκας με ολόκληρη τη ζωή μπροστά της για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο;».

Η φονική σκιά

Το 2014, σε ηλικία 24 ετών, η Μακί ανάρτησε στο blog της μία επιστολή προς τον 14χρονο εαυτό της. Εξιστορούσε στο κείμενο την πρώτη της επαφή με τη δημοσιογραφία, στα 15 της («για πρώτη φορά στη ζωή σου, θα νιώσεις ότι είσαι καλή σε κάτι χρήσιμο»), τη σχέση της με τους φίλους που γνώρισε μετά το σχολείο, που την αποδέχθηκαν όπως ήταν, τον τρόμο και την ανακούφιση όταν επιτέλους είπε την αλήθεια στη μητέρα της. «Πιτσιρίκα», έγραφε στον νεότερο εαυτό της, «Η ζωή είναι τόσο δύσκολη τώρα. Κάθε μέρα ξυπνάς και αναρωτιέσαι ποιος άλλος θα μάθει το μυστικό σου και θα σε μισήσει. Δεν θα είναι πάντα έτσι. Τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα».

Η ζωή θα χαμογελούσε ακόμη περισσότερο τα επόμενα χρόνια στη Μακί. Μετά τη δημοσίευση του «Suicide among the Ceasefire Babies» στο Atlantic, το περιοδικό Forbes τη συμπεριέλαβε στη λίστα των 30 ατόμων κάτω των 30 ετών που αξίζουν προσοχή στο ευρωπαϊκό μιντιακό τοπίο. Ακολούθησε η συμφωνία με τη Faber για δύο βιβλία, συζητήσεις με το Netflix για μια τηλεοπτική σειρά και σχέδια γάμου με τη σύντροφό της, Σάρα.

Μία σφαίρα έβαλε τέλος σε όλα αυτά. Το 14χρονο κορίτσι που είχε εξελιχθεί σε ένα από τα πιο πολλά υποσχόμενα ταλέντα της γενιάς της, ξεπερνώντας κάθε λογής αντιξοότητες στην πορεία, έπεσε θύμα της τραγικής μοίρας της γενέτειράς της και των «χαμένων παιδιών» της συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής.