ΑΠΟΨΕΙΣ

To ντιμπέιτ Τσίπρα – Μητσοτάκη

Ο πρωθυπουργός ζητεί επίμονα τηλεμαχία με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το κάνει διότι θεωρεί ότι υπερτερεί επικοινωνιακά. Αυτό πιστεύουν όλοι στον ΣΥΡΙΖΑ. Φαντάζομαι το ίδιο σκέπτονται και οι περισσότεροι στη Νέα Δημοκρατία. Προφανώς, σε ανάλογο πνεύμα κινούνται και οι επικοινωνιολόγοι μέσα από τη δική τους επιστημονική οπτική.

Ομολογώ ότι και εγώ το ίδιο πίστευα. Ολο το διάστημα από το 2016, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξελέγη πρόεδρος της Ν.Δ., μέχρι τώρα. Υπό αυτό το πρίσμα θεωρούσα λάθος τις προσωπικές επιθέσεις ακόμη και στη Βουλή. Η μεταφορά της αντιπαράθεσης στο προσωπικό επίπεδο εξυπηρετούσε τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος κάθε φορά που συνέβαινε αυτό βρισκόταν σε έναν προνομιακό για αυτόν χώρο.

Οσον αφορά τις επικείμενες εκλογές, είναι γεγονός ότι από στρατηγικής άποψης ο ηγέτης που προηγείται στις δημοσκοπήσεις και έχει τον αέρα της νίκης δεν έχει λόγο να εκτεθεί σε μια τηλεμαχία με τον κύριο αντίπαλό του. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να συμμετάσχει σε μία ή δύο τηλεμαχίες με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς και να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση με τον «χαρισματικό» αντίπαλο.

Και, φυσικά, έχουμε πολλά παραδείγματα στην πρόσφατη πολιτική ιστορία της χώρας όπου θεωρούμενοι μη χαρισματικοί ηγέτες (Κώστας Σημίτης, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης) κέρδισαν εκλογές. Ο πρώτος κυβέρνησε για περισσότερα από οκτώ χρόνια, ενώ ο δεύτερος επικράτησε σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις μέσα σε δέκα μήνες, λαμβάνοντας στην τελευταία 47% των ψήφων.

Ωστόσο, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι και σε μια μετωπική αντιπαράθεση με τον πρωθυπουργό ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας θα έχανε. Το επικοινωνιακό χάρισμα είναι σε σημαντικό βαθμό και απόρροια ενός γενικότερου θετικού κλίματος. Αναδεικνύεται και ενισχύεται όταν συνδυάζεται με την εικόνα του νικητή. Και, αντιστρόφως, υποχωρεί όταν ο υποψήφιος έχει απολέσει τη δυναμική και, αντί να απολαμβάνει τις δάφνες της νίκης, βρίσκεται υπό την πίεση της ήττας.

Η άνεση και τα χαμόγελα, που συνάδουν με μια θετική περιρρέουσα ατμόσφαιρα και ένα κλίμα αισιοδοξίας, χάνονται όταν ο υποψήφιος καλείται να εξηγήσει την αποτυχία, να αναγνωρίσει τα λάθη του. Η ευχάριστη και αισιόδοξη εικόνα ενός ηγέτη έπειτα από μια βαριά ήττα φαντάζει παράλογη. Ετσι, το χαμόγελο αναπόφευκτα δίνει τη θέση του στον σκεπτικισμό, στην προσπάθεια του ηττημένου να δικαιολογήσει πράγματα και καταστάσεις. Είναι πολύ διαφορετικό να αντιμετωπίζεις τον παντοδύναμο ηγέτη και νικητή των προηγούμενων εκλογών (βουλευτικές του ’15) από το να αντιμετωπίζεις τον πολιτικά λαβωμένο μεγάλο ηττημένο των τελευταίων δύο αναμετρήσεων (ευρωεκλογές και αυτοδιοικητικές εκλογές του ’19). Είναι άλλη η ατμόσφαιρα, άλλοι οι συσχετισμοί, άλλη η ψυχολογία των δύο πρωταγωνιστών και άλλη η εικόνα τους στην κοινωνία, ειδικότερα στο κρίσιμο πεδίο των μετριοπαθών, σκεπτόμενων ψηφοφόρων του ευρύτερου μεσαίου χώρου, οι οποίοι «βγάζουν» κυβερνήσεις.

Κάθε φορά που ο πρωθυπουργός θα προβάλλει με «χαρισματικό τρόπο» τα πεπραγμένα του, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με ίσως λιγότερο χαρισματικό, αλλά ευθύ και νηφάλιο ύφος, θα του απαντά ότι «αυτά που λέτε σε μένα, τα είπατε και στον ελληνικό λαό μόλις πριν από τρεις εβδομάδες και σας απέρριψε. Χάσατε με εννιάμισι μονάδες διαφορά».

Εδώ, βέβαια, χρειάζεται προσοχή. Τα όρια ανάμεσα στην αυξημένη αυτοπεποίθηση και την υπεροψία είναι λεπτά. Εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης καταφέρει να εκπέμψει το πρώτο και αποφύγει να φανεί ότι διολισθαίνει στο δεύτερο, μπορεί να βγει νικητής ακόμη και σε μια τηλεμαχία μόνο με τον κ. Τσίπρα.
Αλλωστε, σε μια τέτοια αναμέτρηση θα έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα: το γεγονός ακριβώς ότι δεν θα έχει το πλεονέκτημα και όλοι θα αναμένουν την επικράτηση του χαρισματικού αντιπάλου.

Εχοντας την εμπειρία της παρακολούθησης πολλών δεκάδων τηλεμαχιών σε προκριματικές και προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ, μπορώ να πω ότι ένα από τα ισχυρότερα ατού ενός υποψηφίου είναι οι χαμηλές προσδοκίες.

Αλλά το «ισχυρό χαρτί» του Κυριάκου Μητσοτάκη –και εδώ ίσως έσφαλε ο πρωθυπουργός που δεν έκανε τις εθνικές εκλογές ταυτόχρονα με τις ευρωεκλογές– είναι η πρόσφατη μεγάλη νίκη του. Οσο επικοινωνιακός και αν είναι ο αντίπαλος, όταν πριν από μερικές εβδομάδες τον έχεις κερδίσει με πάνω από 9% διαφορά, η θεωρούμενη χαρισματικότητά του μπορεί τελικά να τον εκθέτει παρά να τον βοηθάει.