ΑΠΟΨΕΙΣ

Γιατί η Επιτροπή είδε «το φως το αληθινό»

Μόλις πέρυσι, τον Νοέμβριο του 2018, έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά. Η έκθεση ενισχυμένης εποπτείας της ελληνικής οικονομίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν μάλλον ευχάριστη. Διαπίστωνε ότι η Ελλάδα βιώνει περίοδο σταθερής ανάπτυξης. Διαβεβαίωνε ότι τα κυβερνητικά μέτρα είναι σε αρμονία με τους συμφωνημένους στόχους που αφορούν το πρωτογενές πλεόνασμα. Σημείωνε με διπλωματική διατύπωση τους κινδύνους που απειλούν την οικονομία, αλλά ήταν θετική και ευχάριστη για την κυβέρνηση έκθεση.

Τις προηγούμενες ημέρες, εκδόθηκε η ίδια έκθεση για το 2019. Οκτώ μήνες μετά, οι άνθρωποι της Κομισιόν είδαν «το φως το αληθινό». Κατάλαβαν όλα όσα ήταν κοινό μυστικό σχετικά με την υπερπλεόνασμα. Κι όχι μόνον τα κατάλαβαν, αλλά αποκαλύπτουν τον τρόπο υλοποίησης της παραπλάνησης.

Σε λιγότερες από δύο σελίδες οι τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απομυθοποιούν το «δημοσιονομικό θαύμα» της ελληνικής κυβέρνησης. Περιγράφουν την πραγματική πολιτική της κυβέρνησης που υπερηφανεύεται ότι επέτυχε μεγαλύτερο πλεόνασμα από τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει επειδή «η οικονομία υπεραποδίδει».

Το μεγαλύτερο πλεόνασμα δεν προήλθε τόσο από την υπερφορολόγηση των μεσαίων εισοδημάτων, αλλά κυρίως από τη σκόπιμη μείωση των δαπανών. Η κυβέρνηση, αντί να ελαφρύνει τη φορολογική επιβάρυνση, μειώνοντας τις δαπάνες, έκανε το αντίθετο. Διατήρησε τη μεγάλη φορολογία αλλά δεν εξάντλησε τις δαπάνες που καταγράφονταν στον προϋπολογισμό. Εκοψε δαπάνες για να εμφανίσει μεγαλύτερο έλλειμμα και να κάνει πολιτικές χάρες.

«Πάνω από το 90% της υπεραπόδοσης οφείλεται στην περικοπή κρατικών δαπανών», αναφέρει η έκθεση της Επιτροπής. Την ώρα που οι κυβερνητικοί προπαγανδιστές κατηγορούσαν τη «νεοφιλελεύθερη» αντιπολίτευση ότι προτίθεται να περιορίσει τις κρατικές δαπάνες, η κυβέρνηση έκοβε δαπάνες 2,2 δισ. ευρώ. Ετσι εμφάνισε υπερπλεόνασμα για να κάνει προεκλογικές παροχές.

Η πλέον χαρακτηριστική όμως διαπίστωση αφορά ποιες δαπάνες κόπηκαν. Το μισό των περικοπών είναι από δημόσιες επενδύσεις του κράτους ή άλλων δημοσίων οργανισμών, δήμων κ.λπ. Το άλλο μισό αφορά περικοπή δαπανών από τον κρατικό προϋπολογισμό, επιδοτήσεις ιδιωτικών εταιρειών, δαπανών ασφαλιστικών ταμείων και μείωση του αποθεματικού. Η περικοπή επενδυτικών σχεδίων είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων που δεν δόθηκαν στην Ελλάδα επειδή δεν έγιναν οι ανάλογες επενδύσεις. Η κυβέρνηση προτίμησε να μη γίνουν επενδύσεις που θα δημιουργούσαν εισόδημα και θέσεις εργασίας, αλλά και θα έφερναν περισσότερα ευρωπαϊκά κεφάλαια. Προτίμησε να επιχορηγεί κρατικές επιχειρήσεις αντί να κάνουν επενδύσεις.

Το υπερπλεόνασμα θα ήταν ακόμα μεγαλύτερο αν δεν είχε μοιράσει το 2018 το «κοινωνικό μέρισμα» με τη μορφή επιδομάτων. Χωρίς όμως τα επιδόματα δεν θα μπορούσε ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας να υπερηφανεύεται στη Βουλή ότι «είναι 3η συνεχόμενη χρονιά που έχουμε δυνατότητα να δίνουμε κοινωνικό μέρισμα στους πιο αδύναμους με οικογενειακά κριτήρια. Από την υπεραπόδοση οικονομίας και φέτος δίνουμε ποσό αντίστοιχο με το περυσινό». Η κυβέρνηση ψήφισε τον προϋπολογισμό που είναι νόμος του κράτους και μετά οι αρμόδιοι υπουργοί υλοποίησαν έναν άλλον, κρυφό, με λιγότερες δαπάνες σε κονδύλια που δεν αφορούν μισθούς ή υποχρεώσεις προς το εξωτερικό. Στον σχεδιασμό του προϋπολογισμού του επόμενου έτους δεν λαμβάνονταν υπόψη ότι κάποιες δαπάνες δεν εξαντλήθηκαν πέρυσι κι άρα πρέπει να μειωθούν. Συνέχιζαν να τις εγκρίνουν, ώστε να έχουν και πάλι «υπεραπόδοση» και να φανούν «κοινωνικά ευαίσθητοι».

Πώς μπορεί να εξηγηθεί η δραματική αλλαγή στάσης της Επιτροπής; Είναι συνεπείς. Ποτέ δεν συμβαδίζουν με αυτούς που πρόκειται να χάσουν τις επόμενες εκλογές.