ΑΠΟΨΕΙΣ

Σιγά μην το κλάψουν

Παρότι έπειτα από κάθε ντιμπέιτ τα ερωτήματά μας ήταν πιο πολλά απ’ όσα πριν το δούμε, και το βλέπαμε και το συζητούσαμε περισσότεροι απ’ όσους βλέπουμε συνεντεύξεις αρχηγών ή μπαλκονάτες αγορεύσεις. Κι ας ήταν φανερό ότι τα στραβά του ούτε λίγα ήταν ούτε ιάσιμα. Ναι, το κύριο άγχος των ρητόρων ήταν να νικήσουν τον χρόνο, όχι να συντάξουν στοχασμό. Ναι, η βασική τους έγνοια δεν ήταν να διαφωτίσουν αλλά να μην κάνουν κάποια χοντρή γκάφα· γι’ αυτό και δεν ξανοίγονταν πέρα από την αρμαθιά των κλισέ που είχαν απομνημονεύσει.

Ως προς το δημοσιογραφικό σκέλος, ναι, η εν Ελλάδι δημοσιογραφία δεν ισούται εξ ορισμού με την τηλεοπτική εκδοχή της, και μάλιστα στο πρόσωπο αναγνωρίσιμων, οι μισοί από τους οποίους είναι πιθανό να μην έχουν γράψει πάνω από εκατό σελίδες σε όλη την καριέρα τους. Ναι, εκθέτει τη δημοσιογραφία και νοθεύει τη δημοκρατία η σπουδή των «προνομιούχων» τηλεδημοσιογράφων να εμφανίζονται αυτονοήτως σαν εκπρόσωποι του καναλιού τους και αχθοφόροι της γραμμής του, και όχι σαν αυτοτελείς, ελεύθερες προσωπικότητες που εκπροσωπούν μονάχα τον πολίτη εαυτό τους. Και ναι, τίποτε παρήγορο δεν υπάρχει στο κομματικό πάθος ενίων πολιτικών δημοσιογράφων, που ξεπερνούν σε φανατισμό ακόμα και τους αθλητικογράφους εκείνους που, ως ρεπόρτερ κάποιας ομάδας, καταντούν πιο άρρωστοι και από τους συνδεσμίτες.

Μολαταύτα, το ντιμπέιτ δεν είναι περιττό. Ετσι λειψός όπως είναι ο πολιτικός διάλογος, η τηλεοπτική αντιπαράθεση έδειχνε να προσθέτει, με όλα τα σύμφυτα κουσούρια της, παρά να αφαιρεί. Εκτός των άλλων, η βεβαιότητα των αντιμαχομένων ότι τους παρακολουθεί μια εκλογικά κρίσιμη μάζα, τους υποχρέωνε να φορούν την προσωπίδα του πολιτικού πολιτισμού. Αντίθετα, η σιγουριά τους ότι τις κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις τις παρακολουθούν ελάχιστοι, τους επιτρέπει να αντιμετωπίζουν τη Βουλή σαν ναό μεν, πλην ναό της Τοξικής Επιθετικότητας.

Τώρα; Τώρα, στο ξέπνοο κατοστάρι με το οποίο τελειώνει ένας διετής προεκλογικός αγώνας, η τηλεμαχία των αρχηγών κρίνεται περιττή (άλλωστε η παρουσία σε εκπομπές αθλητικές ή λάιφ στάιλ και  αποδοτικότερη είναι και ευκολότερη).

Ο καβγάς για το ποιος φταίει μου θυμίζει τον καβγά στο χωριό, όταν πιτσιρίκια παίζαμε τους «Τουρκοέλληνες»: Ο σαματάς δεν γινόταν στο καθαυτό παιχνίδι, αλλά στα προκαταρκτικά, όταν μοιραζόμασταν σε ομάδες. Επειδή ουδείς ήθελε να πάει στους «Τούρκους», όταν βάζαμε πόδι πήγαινε η κλοπή κι η πονηριά σύννεφο. Και οι ψιλές επίσης.