ΑΠΟΨΕΙΣ

Γενναιότητα, κύριοι δικαστές, απαιτεί η κοινωνία

Πολλές φορές, ιδίως με την ιδιότητα του επί εννέα χρόνια προέδρου του ΔΣΑ, έχω αρθρογραφήσει για θέματα που αφορούν τη Δικαιοσύνη, για τον τρόπο λειτουργίας της, τα συν και τα πλην, με σαφήνεια και λόγο καθαρό.

Εχω αναφερθεί στην προσπάθεια μιας σημαντικής μερίδας λειτουργών της Δικαιοσύνης, μέσα από πολλές δυσκολίες, να αντεπεξέλθουν επιτυχώς στο έργο τους, να φανούν άξιοι της αποστολής τους. Η θεσμική συνταγματική τους θωράκιση τους υποχρεώνει να είναι αμερόληπτοι, αδέκαστοι, υπακούοντας μόνο στον νόμο και στη συνείδησή τους. Υπεράνω παθών πολιτικών ή άλλου είδους, απονέμουν Δικαιοσύνη, την πλέον υψηλή αρετή, και αποτελούν τα πρότυπα σε μια κοινωνία που αποζητάει, με πάθος κι αυτή, τη δικαίωσή της στον αγώνα που καταβάλλει για την αποκατάσταση της ισορροπίας και τη σωστή κλίση του ζυγού της Θέμιδας, που όμως συνήθως γέρνει προς την πλευρά των ισχυρών και εις βάρος των αδυνάτων.

Πόσο συχνά συμβαίνει αυτό είναι δύσκολο να ειπωθεί και ακόμη πιο δύσκολο να διακριβωθεί, δεδομένου ότι και η υπάρχουσα, διαμορφωθείσα κουλτούρα περί δικαίου είναι προβληματική κι αυτή. Και πώς μπορούσε να γίνει διαφορετικά όταν ψηφίζονται νόμοι στα μέτρα των ισχυρών, όταν η νομοθετική εξουσία λειτουργεί, με τον τρόπο που λειτουργεί, επιλεκτικά και πολλές φορές με προχειρότητα, οδηγούσα σε πολυνομία – ανομία, αυτοαμφισβητούμενη και αυτοαναιρούμενη.

Οταν η εκτελεστική εξουσία, ίδια και απαράλλαχτη επί χρόνια, δείχνει με τρόπο ανενδοίαστο την εύνοιά της στους λίγους αυτούς δικαστές που επίσης ανενδοίαστα σπεύδουν να ταυτισθούν με την κεντρική κυβερνητική επιλογή, εκδίδοντας αποφάσεις κόντρα στο Σύνταγμα και στους νόμους, τότε εύλογο είναι να εμφιλοχωρεί η καχυποψία και η αμφισβήτηση του ακριβοδίκαιου της δικανικής κρίσης σε μεγάλο αριθμό πολιτών.

Ο τρόπος που λειτουργεί το πελατειακό πολιτικό – οικονομικό – κοινωνικό κρατικό σύστημα γεννά καθημερινά αδικίες που αναγκάζουν τους πολίτες να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη, ως έσχατο καταφύγιο, εκμεταλλευόμενοι και το ελάχιστο κόστος για την κατάθεση μηνύσεων.

Οι δικαστές δεν χρειάζονται προστάτες κάθε είδους, ούτε πολιτική νομιμοποίηση. Δίνουν τα διαπιστευτήριά τους καθημερινά με την έκδοση των ορθών αποφάσεών τους, που ικανοποιούν το περί δικαίου αίσθημα των πολιτών και εμπεδώνουν την εμπιστοσύνη στον θεσμό. Κι αυτή είναι η μεγάλη ανταμοιβή τους. Αρκεί να ίστανται πάντοτε στο ύψος των περιστάσεων, να μην δικάζουν κατά την εικαζόμενη βούληση των κυβερνώντων, να απονέμουν δικαιοσύνη με ανθρώπινο πρόσωπο.

Σε στιγμές αποσάθρωσης αναδεικνύεται το μεγαλείο του ταγμένου να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, που ορθώνοντας το ανάστημά του δίνει το «παρών», για ένα ελπιδοφόρο μέλλον.

Αλλιώς μένει ένας ανθρωπάκος, που περιμένει την 1η και τη 15η του μηνός να πάρει τον μισθό του και να «αράξει». Αυτός όμως δεν είναι δικαστής, αλλά ένας απλός διεκπεραιωτής, ευάλωτος σε πιέσεις, αδύναμος για την υπέρβαση.

Απαιτείται να επεκταθεί η ελεύθερη σκέψη, το ελεύθερο φρόνημα, δηλαδή η ανεξαρτησία του δικαστή, όπως το λαβωμένο μας Σύνταγμα προτάσσει και όπως η κοινωνία μας αναζητεί. Αυτά, όμως, δεν διδάσκονται. Υπάρχουν ή δεν υπάρχουν στον γενετικό κωδικό του δικαστή, στην ψυχοσύνθεσή του, στην αίσθηση της αποστολής του.

* Ο κ. Δημήτρης Χ. Παξινός είναι πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ.